ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΒΙΝΤΕΟ

Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2014

Η Ελληνική γλώσσα


Η Ελληνική γλώσσα είναι μία γλώσσα η οποία διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά, όλες τις προϋποθέσεις μιάς γλώσσης διεθνούς, εγγίζει αυτές τις ίδιες τις απαρχές του πολιτισμού και η οποία όχι μόνον δεν υπήρξε ξένη πρός ουδεμία από τις μεγάλες εκδηλώσεις του ανθρωπίνου πνεύματος, στην θρησκεία, στην πολιτική, στα γράμματα, στις τέχνες και στις επιστήμες, αλλά υπήρξε και το πρώτο εργαλείο, πρός ανίχνευση όλων αυτών, τρόπον τινά η μήτρα.
Γλώσσα λογική και συγχρόνως ευφωνική, ανάμεσα σε όλες τις άλλες, ιδιαιτέρως τα Αρχαία Ελληνικά, είναι η ανώτερη μορφή γλώσσας που έχει επινοήσει ποτέ το ανθρώπινο πνεύμα. Ενώ η Αγγλική γλώσσα έχει, (Merriam-Webster), περίπου 166.724 λεξίτυπους, εκ των οποίων 41.214 από αυτές τις λέξεις είναι αμιγώς Ελληνικές, χωρίς να υπολογίζουμε τις σύνθετες και τις Ελληνογενείς, η Ελληνική γλώσσα περιλαμβάνει ήδη, στην καταγραφή λίγο πριν από την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, 1.200.000 λεξίτυπους, και όταν τελειώσει η καταγραφή όλων των Ελληνικών κειμένων θα έχουν αποθησαυριστεί ίσως μέχρι και 2.000.000 λεξίτυποι .
Η δύναμη της Ελληνικής γλώσσας βρίσκεται στην ικανότητά της να πλάθεται όχι μόνο προθεματικά ή καταληκτικά, αλλά διαφοροποιώντας σε μερικές περιπτώσεις μέχρι και την ρίζα της λέξης.
Η Ελληνική γλώσσα είναι ειδική στο να δημιουργεί σύνθετες λέξεις, με απίστευτων δυνατοτήτων χρήσεις όπως για τη διατύπωση αφηρημένων εννοιών, προϋπόθεση για την «υπερβατική» σύλληψη της πραγματικότητας, χωρίς την οποία δεν είναι δυνατή η ανάπτυξη του διαλογισμού.
Ετσι πολλαπλασιάζοντας η Ελληνική γλώσσα το λεξιλόγιο, αποτελεί ανεξάντλητη πηγή υλικών για την δημιουργία επιστημονικών όρων και προσφέρεται θαυμάσια για την έκφραση όλων των ιεραρχιών με μια απλή εναλλαγή του πρώτου συνθετικού.
Κι αν συνδυάσει κανείς μεταξύ τους αυτά τα προθέματα, παίρνει μια ατελείωτη ποικιλία διαβαθμίσεων.
Τα προθέματα εγκλείονται τα μεν στα δε σαν μια σημασιολογική κλίμακα, η οποία ορθώνεται πρός τον ουρανό των λέξεων.
Να θυμίσουμε εδώ ότι στα Αρχαία Ελληνικά εκτός από Ενικός και Πληθυντικός αριθμός, υπήρχε και Δυϊκός αριθμός. Υπάρχει στα Ελληνικά και η Δοτική πτώση εκτός από τις υπόλοιπες 4 πτώσεις ονομαστική, γενική, αιτιατική και κλιτική. Η Δοτική χρησιμοποιείται συνεχώς στον καθημερινό μας λόγο.
Η Ελληνική γλώσσα έχει λέξεις για έννοιες οι οποίες παραμένουν χωρίς απόδοση στις υπόλοιπες γλώσσες, όπως άμιλλα, θαλπωρή και φιλότιμο.
Μόνον η Ελληνική γλώσσα ξεχωρίζει την ζωή από τον βίο, την αγάπη από τον έρωτα. Μόνον αυτή διαχωρίζει, διατηρώντας το ίδιο ριζικό θέμα, το ατύχημα από το δυστύχημα, το συμφέρον από το ενδιαφέρον.
Το εκπληκτικό είναι ότι η ίδια η Ελληνική γλώσσα μας διδάσκει συνεχώς πως να γράφουμε σωστά.
Μέσω της ετυμολογίας, μπορούμε να καταλάβουμε ποιός είναι ο σωστός τρόπος γραφής ακόμα και λέξεων που ποτέ δεν έχουμε δεί ή γράψει.
Επιπλέον η ορθογραφία με την σειρά της μας βοηθάει αντίστροφα στην ετυμολογία αλλά και στην ανίχνευση της ιστορικής πορείας της κάθε μίας λέξης.
Στην γλώσσα έχουμε το σημαίνον (την λέξη) και το σημαινόμενο (την έννοια).
Στην Ελληνική γλώσσα αυτά τα δύο έχουν πρωτογενή σχέση, καθώς αντίθετα με τις άλλες γλώσσες το σημαίνον δεν είναι μια τυχαία σειρά από γράμματα. Για αυτόν τον λόγο πολλοί διαχωρίζουν τα Ελληνικά σαν «εννοιολογική» γλώσσα από τις υπόλοιπες «σημειολογικές» γλώσσες.
Ο μεγάλος φιλόσοφος και μαθηματικός Βένερ Χάιζενμπεργκ, είχε παρατηρήσει αυτή την σημαντική ιδιότητα για την οποία είχε πεί ότι η θητεία του στην αρχαία Ελληνική γλώσσα υπήρξε η σπουδαιότερη πνευματική του άσκηση, δεδομένου ότι στην γλώσσα αυτή, υπάρχει η πληρέστερη αντιστοιχία ανάμεσα στην λέξη και στο εννοιολογικό της περιεχόμενο.
«Αρχή σοφίας, η των ονομάτων επίσκεψις» (Αντισθένης). Αυτό που είναι πραγματικά ενδιαφέρον, είναι ότι πολλές φορές η λέξη περιγράφει ιδιότητες της έννοιας την οποίαν εκφράζει, αλλά με τέτοιο τρόπο που εντυπωσιάζει και δίνει τροφή για την σκέψη. Μια πολύπλοκη γλώσσα αποτελεί μαρτυρία ενός προηγμένου πνευματικά πολιτισμού.
Το να μιλάς σωστά σημαίνει να σκέφτεσαι σωστά, να γεννάς διαρκώς λόγο και όχι να παπαγαλίζεις λέξεις και φράσεις.
Όσο πιό προηγμένος είναι ο πολιτισμός ενός έθνους, τόσο πιό πλούσιες σε προϊστορία, και συνεπώς και σε ουσία, είναι οι λέξεις της γλώσσας. Με την γλώσσα μεταδίδομε λογικούς συνειρμούς και διεγείρομε συναισθήματα. Κάθε λαός έχει την γλώσσα που του αξίζει.
Στην γλώσσα, όπως και στα τραγούδια του, εναποθηκεύεται ο πολιτισμός του και τα οποία είναι ο πιό αδιάψευστος μάρτυρας της ιστορικής του συνείδησης και της ιστορικής του συνέχειας
Ο διάσημος Έλληνας και διεθνούς φήμης μουσικός Ιάνης Ξενάκης είχε πολλές φορές τονίσει ότι η μουσικότητα της Ελληνικής είναι εφάμιλλη της συμπαντικής.
Αλλά και ο Γίββων μίλησε για μουσικότατη και γονιμότατη γλώσσα, που δίνει κορμί στις φιλοσοφικές αφαιρέσεις και ψυχή στα αντικείμενα των αισθήσεων.
Ας μην ξεχνάμε ότι οι Αρχαίοι Έλληνες δεν χρησιμοποιούσαν ξεχωριστά σύμβολα για νότες, χρησιμοποιούσαν τα ίδια τα γράμματα του αλφαβήτου.
Οι τόνοι της Ελληνικής γλώσσας είναι μουσικά σημεία, που μαζί με τους κανόνες προφυλάττουν απο την παραφωνία μια γλώσσα κατ’εξοχήν μουσική, όπως κάνει η αντίστιξη που διδάσκεται στα ωδεία, ή οι διέσεις και υφέσεις που διορθώνουν τις κακόηχες συγχορδίες.
Είναι γνωστό εξ’άλλου πως όταν οι Ρωμαίοι πολίτες πρωτάκουσαν στην Ρώμη Έλληνες ρήτορες, συνέρρεαν να αποθαυμάσουν, ακόμη και όσοι δεν γνώριζαν Ελληνικά, τους ανθρώπους που «ελάλουν ώς αηδόνες».
Δυστυχώς κάπου στην πορεία της Ελληνικής φυλής, η μουσικότητα αυτή χάθηκε, προφανώς στα μαύρα χρόνια της Τουρκοκρατίας.
Όπως γράφει και ο Ρωμαίος Οράτιος «Η Ελληνική φυλή γεννήθηκε ευνοημένη με μία γλώσσα εύηχη, γεμάτη μουσικότητα».
Και δεν είναι τυχαίο που απομνημονεύουμε ευκολότερα ένα ποίημα παρά μια σελίδα πεζογραφήματος. Oι ίδιοι οι Ρωμαίοι υποστήριζαν, ότι η Ελληνική γλώσσα θα παραμένει «η ευπρεπεστάτη των γλωσσών και η γλυκυτέρα είς μουσικότητα».
Μέσα από τους στίχους του Ομήρου αναδύεται μουσική. «Είναι τόσο έντεχνα συντεθειμένοι οι στίχοι, ώστε απολαμβάνοντας την ανάγνωση απολαμβάνεις και την μουσική.
Η απαγγελία σέβεται τα μακρά και τα βραχέα φωνήεντα, δηλαδή το καλούπι του εξαμέτρου και η ψιλή και η δασεία, η περισπωμένη και η οξεία, η μακρόχρονη λήγουσα και τα βραχύχρονα φωνήεντα, γίνονται νότες». Ό
λοι γνωρίζουμε ότι οι Ευρωπαϊκές γλώσσες έχουν τις ρίζες τους στα Λατινικά.
Αυτό που ίσως μερικοί να αγνοούν είναι ότι τα ίδια τα Λατινικά έχουν βασιστεί πάνω στα Ελληνικά, από το ίδιο το αλφάβητο μέχρι και την πλειοψηφία του λεξιλογίου.
Πρίν ο Κικέρων, ο δημιουργός ουσιαστικά της Λατινικής γλώσσας, έρθει στην Ελλάδα για να σπουδάσει, οι Ρωμαίοι είχαν μερικές εκατοντάδες μόνο λέξεις με αγροτικό, οικογενειακό και στρατιωτικό περιεχόμενο.
Όταν επέστρεψε στην Ρώμη, πήρε μαζί του κάποιες χιλιάδες Ελληνικές λέξεις δηλωτικές πολιτισμού και ένα «κλειδί» με το οποίο πολλαπλασίασε την αξία και την σημασία τους. Το «κλειδί» αυτό ήταν οι προθέσεις.
Για του λόγου το αληθές, να αναφέρουμε ότι το ιστορικό αυτό γεγονός το έχει τονίσει και ο διάσημος Γάλλος γλωσσολόγος Meillet «Τα Λατινικά ως λόγια γλώσσα, είναι ανάτυπο των Ελληνικών». Ο Κικέρων μεταφέρει στην Λατινική, την Ελληνική ρητορική και φιλοσοφία.
Ο Χριστιανισμός ακολούθως συνετέλεσε και αυτός στην επίδραση των Ελληνικών επί των Λατινικών. Το Λατινικό λεξιλόγιο είναι μετάφραση του αντιστοίχου Ελληνικού, και για αυτό τα Λατινικά δεν παραμέρισαν τα Ελληνικά στην Ανατολή.
Διότι η μίμηση δεν είχε αρκετό γόητρο ώστε να αντικαταστήσει το πρωτότυπο. Μόνο και μόνο όσον αφορά τους επιστημονικούς όρους, όπου η συντριπτική πλειοψηφία των λέξεων είναι Ελληνικές, οι ξένες γλώσσες στην κυριολεξία θα κατέρρεαν χωρίς την Ελληνική.
Η Ελληνική είναι η μοναδική γλώσσα η οποία είναι πραγματικά αυτόφωτη χωρίς να εξαρτάται από καμία άλλη.
«Η κατανόηση της δικής μας γλώσσης της Γαλλικής, η εκ νέου ανακάλυψη της ουσίας της, επιτυγχάνεται με την καλή γνώση των Ελληνικών ριζών, οι οποίες δίνουν στην Γαλλική το πιο βαθύ στήριγμά της και συγχρόνως της παρέχουν την πιο υψηλή δυνατότητα για αφαίρεση. Μακρινή πηγή του πολιτισμού μας, η Ελλάδα βρίσκεται ζωντανή μέσα στις λέξεις που λέμε. Σχηματίζει κάθε μέρα την γλώσσα μας» (Jean Bouffartigue και Anne-Marie Delrieu).
Στα Ελληνικά σχολεία, προβάλλεται ως δεδομένη και αδιαμφισβήτητη η θεωρία της Φοινικικής προελεύσεως του Ελληνικού αλφάβητου, παρά το γεγονός ότι η ύπαρξη των αρχαιολογικών ευρημάτων όπως το κεραμικό θραύσμα που βρέθηκε στην νησίδα «Γιούρα» των Βορείων Σποράδων από τον Αρχαιολόγο Α. Σαμψών, χρονολογήθηκε το 5.500-6.000 π.Χ. και φέρει καθαρά πάνω του εγχάρακτα τα γράμματα Α, Δ και Υ.
Να σημειώσουμε εδώ ότι οι Φοίνικες προτοεμφανίστηκαν στην ιστορία το 1.300 π.Χ. Και αυτό το εύρημα δεν είναι το μόνο. «Η Γραμμική Β’ είναι και αυτή καθαρά Ελληνική, γνήσιος πρόγονος της Αρχαίας Ελληνικής.
Ο Άγγλος αρχιτέκτονας Μάικλ Βέντρις αποκρυπτογράφησε βάση κάποιων ευρημάτων την γραφή αυτή και απέδειξε την Ελληνικότητά της.
Το γεγονός αυτό έχει τεράστια σημασία καθώς πάει τα Ελληνικά αρκετούς αιώνες ακόμα πιο πίσω στα βάθη της ιστορίας και θα πρέπει να υπολογισθεί πόσες χιλιετίες χρειάστηκε η γλώσσα μας από την εποχή που οι άνθρωποι των σπηλαίων του Ελληνικού χώρου, την πρωτοάρθρωσαν με μονοσύλλαβους φθόγγους, μέχρι να φτάσει στην εκπληκτική τελειότητα της Ομηρικής επικής διαλέκτου το 1.000 π.χ. περίπου, με λέξεις όπως «ροδοδάκτυλος», «λευκώλενος», «ωκύμορος». Ενώ ο Γιώργος Σεφέρης γράφει «Από την εποχή που μίλησε ο Όμηρος μέχρι σήμερα, μιλούμε, ανασαίνουμε και τραγουδούμε την ίδια γλώσσα.».
Σήμερα είναι γνωστές τρείς κατηγορίες γραφής, στις οποίες μπορούν να υπαχθούν όλες οι γνωστές γλώσσες του κόσμου.
Η ιερογλυφική (απλούστερη μορφή γραφής), η συλλαβική (σύνολο από συλλαβές οι οποίες και αποτελούν τις λέξεις, Γραμμική Β) και η αλφαβητική.
Η ευελιξία και η ακρίβεια της αλφαβητικής στην απόδοση των νοημάτων, σε σχέση με τις δύο προαναφερθείσες κατηγορίες, είναι χαρακτηριστική και χρειάζονται το πολύ 30 γράμματα, συνδυασμοί των οποίων μπορούν να αποτυπώσουν την οποιαδήποτε λέξη και έννοια.
Το σύστημα γραφής έχει άμεση επίδραση στην ίδια την γλώσσα. Μόνο η Ελληνική γλώσσα έχει περάσει και από τα τρία αυτά στάδια, της ιερογλυφικής, της συλλαβικής και της αλφαβητικής / φθογγικής γραφής στην μακραίωνη πορεία της, διότι αναγκάστηκε να εξελιχθεί από μόνη της, χωρίς βοήθεια από κάποια άλλη γλώσσα, αφού δεν υπήρχε ισάξια ή ανώτερη γλώσσα, από την οποία να μπορεί να δανειστεί στοιχεία.
«Στην Ελληνική υπάρχει ένας ίλιγγος λέξεων, διότι μόνο αυτή εξερεύνησε, κατέγραψε και ανέλυσε τις ενδότατες διαδικασίες της ομιλίας και της γλώσσης, όσο καμία άλλη γλώσσα» (Ζακ Λακαρριέρ).
Ο μεγάλος Γάλλος διαφωτιστής Βολταίρος είχε υποστηρίξει: «Είθε η Ελληνική γλώσσα να γίνει κοινή όλων των λαών.»
«Αν το βιολί είναι το τελειότερο μουσικό όργανο, τότε η Ελληνική γλώσσα είναι το βιολί του ανθρώπινου στοχασμού» (Έλεν Κέλλερ). Είναι στη φύση της Ελληνικής γλώσσας να είναι καθαρή, ακριβής και περίπλοκη.
Η ασάφεια και η έλλειψη άμεσης ενοράσεως που χαρακτηρίζει μερικές φορές τα Αγγλικά και τα Γερμανικά, είναι εντελώς ξένες προς την Ελληνική γλώσσα.
Η αρχαία Ελληνική γλώσσα ανήκει στα πρότυπα μέσα, από τα οποία προβάλλουν οι πνευματικές δυνάμεις της δημιουργικής μεγαλοφυΐας και αναφορικά με τις δυνατότητες που παρέχει στην σκέψη, θεωρείται η πιό ισχυρή και συγχρόνως η πιό πνευματώδης από όλες τις γλώσσες του κόσμου.
Ο ίδιος ο Οδυσσέας Ελύτης κατέθεσε ότι: «Εγώ δεν ξέρω να υπάρχει παρά μία γλώσσα, η ενιαία Ελληνική γλώσσα».
Ο μεγάλος διδάσκαλος του γένους Αδαμάντιος Κοραής υποστήριζε ότι «Όποιος χωρίς την γνώση της Αρχαίας επιχειρεί να μελετήσει και να ερμηνεύση την Νέαν, ή απατάται ή απατά».
Τα αρχαία ελληνικά θέλγουν τον τομέα των επιχειρήσεων, και οι Άγγλοι επιχειρηματίες προτρέπουν τα ανώτερα στελέχη τους να διδαχθούν την αρχαία ελληνική γλώσσα που ενισχύει τη λογική και την πρωτότυπη σκέψη, τονώνει τις ηγετικές ικανότητες και βοηθά τους τομείς οργάνωσης, διοίκησης και διαχείρισης.
Το έναυσμα για την επίδειξη επιπλέον ενδιαφέροντος για τα αρχαία ελληνικά και από πολλά αμερικανικά πανεπιστήμια προέκυψε κυρίως από τη διαπίστωση των επιστημόνων Πληροφορικής και Υπολογιστών ότι οι Η/Υ προηγμένης τεχνολογίας δέχονται ως «νοηματική» γλώσσα μόνο την Ελληνική γλώσσα στην οποία το «σημαίνον», δηλαδή η λέξη, και το «σημαινόμενο», δηλαδή αυτό που η λέξη εκφράζει (πράγμα,ιδέα, κατάσταση, έννοια), έχουν μεταξύ τους πρωτογενή σχέση. Όλες τις άλλες γλώσσες τις χαρακτήρισαν «σημειολογικές».
Η ελληνική γλώσσα διατήρησε την ενότητά της από τον Όμηρο μέχρι σήμερα ανεξαρτήτως των όποιων μετεξελίξεων, οι οποίες ουδέποτε διέσπασαν την εσωτερική συνοχή της, κάτι που εντελώς αστήρικτα και ανεπιστημονικά θέλουν να αμφισβητούν ορισμένοι Έλληνες «νεωτεριστές» και όχι μόνο επέζησε μέσα και κάτω από τις όποιες πολιτικο-εξουσιαστικές συνθήκες, αλλά ήταν η lingua franca, η κοινή γλώσσα συνεννόησης, των πολυεθνικών κρατών τύπου Ρωμαϊκής ή Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Η γλώσσα των Ευαγγελίων και οι εκατοντάδες των ομηρικών λέξεων που περισώζονται μέχρι σήμερα στην καθομιλουμένη, αποδεικνύουν ουδέποτε στην ελληνική γλώσσα σημειώθηκε τέτοιας κλίμακας διάσταση -όπως π.χ. στη Λατινική- μεταξύ της καθομιλουμένης και της λόγιας γλώσσας, ώστε να υπάρχει αδυναμία συνεννόησης.
-Δάσκαλε τι να διαβάσουμε για να γίνουμε σοφοί όπως εσύ; -Τους Έλληνες κλασικούς. -Και όταν τελειώσουμε τους Έλληνες κλασικούς τι να διαβάσουμε; -Πάλι τους Έλληνες κλασικούς (Διάλογος του Γκαίτε με τους μαθητές του).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.