ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΒΙΝΤΕΟ

Κυριακή, 21 Ιουνίου 2015

Είναι η Ύλη κακό; Πρόκλος Περί της των κακών υποστάσεων 30 - 37

Μετάφραση αρχαίου κειμένου του Πρόκλου Περί της των κακών υποστάσεων30 - 37

«Επειδή όμως ορθώς, προτού οδηγηθούμε στην ίδια την εξέταση της ύλης, ο λόγος μας την έφερε ήδη στο προσκύνιο, πρέπει να πούμε και για αυτήν αν είναι κάτι κακό ή όχι. Γιατί είναι παντελώς αδύνατον το κακό να εμφανίζεται στην ύλη συμπτωματικά, επειδή αφ΄ αεαυτού της δεν έχει ποότητα και μορφή και αποτελεί υπόστρωμα και όχι κάτι που υπάρχει μέσα σε κάποιο υπόστρωμα, και είναι κάτι απλό και όχι κάτι που βρίσκεται μέσα σε κάτι άλλο. Αν όμως η ύλη είναι στο σύνολό της κακό, όπως λένε κάποιοι, πρέπει να είναι κατ’ ουσίαν κακό, όπως λένει εκείνοι, κάνοντας την ύλη το πρώτο κακό το οποίο “μισούν οι Θεοί”.Γιατι τι άλλο είναι το κακό αν όχι αμετρία, αοριστία και όλα όσα αποτελούν στερήσεις του αγαθού ; Γιατί το αγαθό είναι μέτρο, όριο, πέρας και τελειότητα των πάντων. Επομένως το κακό είναι καθαυτό αμετρία, καθαυτό άπειρο, ατελές και αόριστο.
Και όλα αυτά υπάρχουν πρωταρχικά στην ύλη και δεν είναι άλλα πράγματα που υπάρχουν δίπλα στην ύλη, αλλά αποτελούν την ίδια την ύλη και την ουσία της. Άρα η ύλη είναι το πρωταρχικό κακό, η φύση του κακού και το έσχατο των πάντων. Αν όμως το αγαθό είναι διπλό, έναα το καθαυτό αγαθό που δεν είναι τίποτα άλλο εκτός από αγαθό, και ένα άλλο που είναι αγαθό μέσα σε κάτι άλλο και ένα συγκεκριμένο αγαθό και όχι το πρωταρχικό αγαθό, θα είναι και το κακό διπλό, ένα το καθαυτό κακό που είναι πρωταρχικά κακό και τίποτα άλλα εκτός από κακό, και ένα άλλο κακό, το κακό που βρίσκεται μέσα σε κάτι άλλο και είναι ένα συγκεκριμένο κακό, και κακό λόγω του πρωταρχικού κακού και λόγω της συμμετοχής του στο πρωταρχικό κακό ή λόγω της εξομοίωσης του με εκείνο. Και όπως ακριβώς το  καθαυτό αγαθό είναι πρώτο, έτσι και το καθαυτό κακό θα είναι το έσχατο των όντων. Γιατί δεν είναι δυνατόν να υπάρχει κάτι ανώτερο από το αγαθό ούτε κάτι κατώτερο από το κακό. Γιατί και όλα τα άλλα λέμε ότι είναι ανώτερα ή κατώτερα λόγω αυτών των δύο. Το τελευταίο, μάλιστα , ανάμεσα στα όντα είναι η ύλη. Γιατί όλα τα άλλα είναι από τη φύση τους φτιαγμένα να ενεργούν ή να πάσχουν. Η ύλη όμως δεν μπορεί να κάνει τίποτα από τα δύο, επειδή έχει στερηθεί τη δύναμη και των δύο. Αρά το καθαυτό κακό και το πρωταρχικά κακό είναι η ύλη.

Αν όμως, όπως έχει ειπωθεί, το αφύσικο εμφανίζεται στα σώματα όταν επικρατεί η ύλη, και αν στις ψυχές το κακό και η αδυναμία εμφανίζεται όταν οι ψυχές πέφτουν μέσα στην ύλη και μεθούν με την αοριστία της ύλης και εξομοιώνονται με αυτήν, γιατί αφήνουμε την ύλη και ψάχνουμε να κατηγορήσουμε κάτι άλλο ως αρχή των κακών και πηγή της υπόστασή τους ;
Αν, όμως, η ύλη είναι κακό – γιατί πρέπει να περάσουμε και σε μια άλλη άποψη του ζητήματος -, είναι ανάγκη να συμβαίνει ένα από τα δύο : είται να θεωρήσουμε το αγαθό αίτιο του κακού, είτε να θεωρήσουμε ότι οι αρχές των όντων είναι δύο. Γιατί είναι ανάγκη καθετί που έχει λάβει υπόσταση καθ’ οιονδήποτε τρόπο, είται να αποτελεί την αρχή των πάντων είτε να προέρχεται από την αρχή των πάντων. Και η ύλη, αν προέρχεται από την αρχή των πάντων, πρέπει και αυτή να έχει την είσοδο της στην ύπαρξη από το αγαθό, ενώ, αν είναι αρχή, πρέπει εμείς να αποδεχτούμε την ύπαρξη δύο αρχών που μάχονται μεταξύ τους, το πρωταρχικά αγαθό και το πρωταρχικά κακό. Αυτό όμως είναι αδύνατον. Γιατί οι πρώτες αρχες δεν είναι δύο. Γιατί από πού γενικά θα προέρχονται αυτές οι δυο αρχές, αν δεν υπάρχει μια μονάδα ; Γιατί αν καθένα εκ των δύο είναι ένα, πρέπει πριν από τα δύο να υπάρχει μια αρχή, το Ένα, λόγω των οποίου αυτά τα δύο θα είναι ένα. Ούτε επίσης είναι δυνατόν το κακό να προέρχεται από το αγαθό. Γιατί, όπως το αίτιο των αγαθών είναι ακόμη περισσότερο αγαθό, έτσι και αυτό που γεννά το κακό θα είναι ακόμη περισσότερο κακό. Και το αγαθό δεν θα έχει πλέον τη φύση του, αν παράγει την αρχή του κακού. Επίσης αν σε κάθε περίπτωση αυτό που γεννιέται αρέσκεται να εξομοιώνεται με εκείνο που το γεννά, τότε και το ίδιο το κακό θα είναι αγαθό, αφού θα γίνει αγαθό προσλαμβάνοντας τις ιδιότητες της αιτίας του. Επομένως, το αγαθό θα είναι κακό ως αίτιο κακού, και το κακό θα είναι αγαθό, επειδή θα έχει παραχθεί από το αγαθό.
Αν όμως η ύλη είναι κάτι αναγκαίο για το σύμπαν και αν, σε περίπτωση που απουσιάζει η ύλη, τούτος ο Κόσμος δεν θα ήταν ο μεγάλος και “ευδαίμων θεός”, πως πλέον πρέπει να αναγάγουμε τη φύση του κακού στην ύλη ; Γιατί τι άλλο είναι το κακό και άλλα το αναγκαίο. Το αναγκαίο είναι αυτό το χωρίς το οποίο είναι αδύνατη η ύπαρξη, ενώ το κακό είναι στέρηση της ύπαρξης. Αν, λοιπόν, για την δημιουργία του σύμπαντος Κόσμου η ύλη εμφανίζεται αναγκαία και έχει παραχθεί πρωταρχικά για να γίνει η υποδοχή της γένεσης και κάτι σαν “τροφός” και “μητέρα” της, πώς πλέον θα μπορεί να χαρακτηριστεί κακό και μάλιστα το πρωταρχικό κακό ;; Αν επίσης την αμετρία, την αοριστία, το άπειρο και καθένα από τα παρόμοια τα λέμε με πολλές έγνοιες – γιατί το λέμε εννοώντας είτε αυτά που μάχονται το μέτρο είτε την απουσία και την αφαίρεση του μέτρου είτε το υπόστρωμα του μέτρου, υπόστρωμα το οποίο έχει ανάγκη από μέτρο και ορισμό – , και αν η ύλη δεν μπορεί εκ φύσεως να μάζεται ή να κάνει τα οτιδήποτε, αφού εκ φύσεως δεν μπορεί ούτε να πάσχει επειδή στερείται τη δύναμη του να πάσχει, και αν επίσης δεν είναι αφαίρεση του μέτρου και του πέρατος επειδή δεν ταυτίζεται με τη στέρηση τους (γιατί η στέρηση δεν υπάρχει όταν εκείνα είναι παρόντα, ενώ η ύλη υπάρχει όταν εκείνα είναι παρόντα και δέχεται την επίδραση τους), τότε είναι ανάγκη το άπειρο και η αμετρία της ύλης να χρειάζεται μέτρο και πέρας. Αυτό, όμως, που χρειάζεται αυτά, πως μπορεί να είναι αντίθετο σε αυτά ; Πως πλέον μπορεί να είναι κακό αυτό που χρειάζεται το αγαθό ; Γιατί το κακό ξεφεύγει από τη φύση του αγαθο, και γενικά καθετί το αντίθετο ξεφεύγει από την αντίθετη έξη. Αν, όμως, η ύλη προσλαμβάνει και γεννά και τρέφει τη γένεση, όπως λέει ο Πλάτωνας, τότε σε αυτήν δεν θα υπάρχει κανένα κακό, καθώς αποτελεί μητέρα όσων γεννιούνται από αυτήν ή μάλλον όσων γεννιούνται μέσα σε αυτήν.
Αν επίσης οι ψυχές υπόκεινται σεην αδυναμία και στην πτώση, τότε αυτά κακά δεν οφείλονται στην ύλη, επειδή αυτά υπήρχαν πριν από τα σώματα και την ύλη και η αιτία των κακών υπήρχε κατά κάποιο τρόπο στις ίδιες τις ψυχές πριν από την ύλη. Αλλιώς που οφείλεται το γεγονός ότι ανάμεσα στις ψυχές που ακολουθούν τον Δία όσες αδυνατούν να σηκώσουν το κεφάλη του ηνιόχου τους στον “υπερουράνιο τόπο”[1] πέφτουν και αποκλείονται από εκείνο το θέαμα σαν να έχουν κάποιο πρόβλημα στην όρασή τους ; Πως επίσης υπάρχει σε εκείνες η λησμονιά του όντως Όντος και η δυστηχής συγκυρία και βαρύτητα ; Γιατί ο ίππος που μετέχει στην κακία βαραίνει και από το βάρος του πέφτει στη γη[2] χωρίς να υπάρχει η ύλη. Γιατί, όταν πέσει στη γη, τότε συμμετέχει στην ύλη και στο σκοτάδι που υπάρχει εδώ κάτω. Εκεί ψηλά όμως υπάρχει, πριν από τη ύλη και το σκοτάδι, η αδυναμία, η λησμονιά και το κακό. Γιατί δε θα φεύγαμε από εκεί, αν δεν γινόμασταν αδύναμοι, επειδή, ακόμα και όταν βρισκόμασταν μακριά από εκεί, προσελκυόμαστε από την ενατένιση του όντως Όντος. Αν λοιπόν η αδυναμία υπάρχει και πριν το ποτό της λήθης[3], και αν η εγκατάσταση μέσα στην ύλη και ο ερχομός στη ύλη υπάρχει μετά τη φυγή από εκεί, τότε πλέον η αδυναμία και γενικά τα κακά των ψυχών δεν θα οφείλονται στην ύλη. Γιατί πως θα μπορούσε να επηρεάσει άλλα αυτό που δεν να ενεργήσει ; Πως, πάλι, αυτό που δεν έχει από μόνο του ποιότητα μπορεί να έχει την δυνατότητα να ενεργεί ; Άραγε η ύλη οδηγεί τις ψυχές στον εαυτό τους ή εκείνες οδηγούνται από μόνες τους και χωρίζονται ανάλογα με την δύναμη και την αδυναμία τους ; Γιατί, αν οδηγούνται από μόνες τους, τότε το κακό για αυτές θα είναι η ορμή και η επιθυμία τους για το κακό και όχι η ύλη. γιατί για κάθετι η φυγή από το ανώτερο είναι κακό, και πολύ περισσότερο η φυγή προς το κατώτερο. Και λόγω της αδυναμίας τους οι ψυχές παθαίνουν όσα πρέπει να παθαίνουν κάνοντας κακές επιλογές. Αν όμως οδηγούνται από την ύλη και αν θεωρήσουμε υπαίτια για την κάθοδό τους στην γένεση την προσέλκυση την οποία σαν μια καθοδήγηση ασκεί η ύλη στην ψυχή, που θα βρίσκεται η αυτοκίνηση και η δυνατότητα επιλογής της ψυχής ; Και πως ανάμεσα στις ψυχές που γεννιούνται μέσα στην ύλη κάποιες κοιτάζουν προς τον νου και προς το αγαθό, ενώ άλλες κοιτάζουν προς τη γένεση και προς την ύλη, αν όλες τις οδηγεί προς τον εαυτό της η ύλη και τις ενοχλεί και τις εξαναγκάζει ακόμα και όταν βρίσκονται ψηλά ; Αυτά, λοιπόν, θα συμπεράνει αυτός ο συλλογισμός και θα μας αναγκάσει να αποδεχτούμε όχι μόνο ότι η ύλη δεν είναι κακό αλλά και ότι είναι αγαθό, υποστηρίζοντας το αντίθετο από την προηγούμενη άποψη.
Φαίνεται όμως ότι και ο ίδιος ο Πλάτωνας προσελκύεται και από τις δύο απόψεις. Γιατί, όταν στον “Τίμαιο, 51a, 52.d, 46.c” αποκαλεί την ύλη “μητέρα” και “τροφό της γένεσης” και “συναίτιο” της δημιουργίας του Κόσμου, είναι φανερό στον καθένα ότι τη θεωρεί κάτι αγαθό, αφού αποκαλεί ολόκληρο τον Κόσμο “ευδαίμoνa θεό[4] και την ύλη μέρος του Κόσμου. Σύμφωνα με τον συλλογισμό, όμως, του Ελεάτη ξένου[5] αποδίδει την αιτία της “αταξίας” του σύμπαντος στην φύση του υποστρώματος, λέγοντας ότι ο Κόσμος “έχει λάβει από τον δημιουργό του όλα τα καλά”, ενώ τα αντίθετα των καλών μέσα στον Κόσμο έχουν τη γένησή τους “από την προηγούμεν κατάσταση του Κόσμου”. Όμως στον “Φίληβο” παράγει την ίδια την ύλη και ολόκληρη την φύση του απείρου από το “Ένα” και γενικά τοποθετεί τη θεία αιτία πριν από την διάκριση του πέρατος και του απείρου, και έτσι αποδέχεται ότι η ύλη είναι θεία και κάτι αγαθό και καθόλου κακό λόγω της συμμετοχής της στον θεό και λόγω της γέννησής της από τον θεό. Πρέπει λέει, “να αναζητήσουμε κάποια άλλα αίτια για τα κακά, και όχι τον θεό”, όπως έχει ειπωθεί αλλού[6]. Η αταξία, λοιπόν, και το κακό δεν οφείλονται στην ύλη αλλά στην “μάζα που κινείται ακανόνιστα και άτακτα”[7]. Γιατί αυτό είναι το “σωματοειδές”, το οποίο ο Ελεάτης ξένος λέει ότι είναι “αίτιο της αταξίας”[8] για τα τελευταία μέρη του σύμπαντος, και δεν μπορεί να είναι η ύλη. γιατί σε εκείνο υπάρχει κίνηση, ενώ η ύλη είναι από μόνη της ακίνητη. Ούτε αυτό το πρώτο σύνθετο είναι ένα σώμαπου δεν έχει ποιότητες (γιατί είναι ορατό, όπως λέει ο “Τίμαιος”, ενώ το σώμα που δεν έχει ποιότητες δεν είναι ορατό[9]) αλλά φέρει την εικόνα και την σύγχυση, θα λέγαμε, όλων των Ιδεών/Ειδών, και για αυτό προκαλεί την αταξία με την κίνησή του. Γιατί τα ίχνη των διαφόρων Ιδεών/Ειδεών το οδηγούν σε διαφορετικές κατευθύνσεις και καθιστούν ακανόνιστη την όλη κίνησή του. Αυτό, λοιπόν, είναι “η προηγούμενη κατάσταση”. Γιατί, καθώς δεν μπορεί να κυριαρχηθεί από τις Ιδέες, εμφανίζεται άτακτη και άμορφη. Και μέσα στα καθολικά κυριαρχεί η λογική, ενώ μέσα στα επιμέρους η λογική λόγω της αδυναμίας της κυριαρχίται από την αντίθετή της φύση και οδηγείται προς το κακό και γίνεται άλογη, επειδή κυριαρχείται από το κατώτερο.
Πως, λοιπόν, εισάγεται στα σώματα το αντίθετο με τη φύση, θα γίνει φανερό σε λίγο. Ότι το κακό δεν προέρχεται από τη ύλη ή από τα σώματα, είναι φανερό από τα όσα είπαμε. Γιατί η ύλη και η μάζα που κινείται ακανόνιστα δεν ταυτίζονται. Ότι επίσης δεν πρέπει να θεωρήσουμε την ύλη ως το πρωταρχικά κακό, πιστεύω ότι το απέδειξε ικανοποιητικά ο Σωκράτης στον «Φίληβο», όταν παράγει το άπειρο από τον Θεό. Αν, μάλιστα πρέπει να ταυτίσουμε γενικά την ύλη με το άπειρο[10], τότε η ύλη προέρχεται από τον Θεό, εφόσον πρέπει να πούμε ότι το πρωταρχικά άπειρο και κάθε άπειρο που εμφανίζεται μέσα στις ουσίες και εξαρτάται από μια αιτία γεννιέται από τον Θεό, ειδικά μάλιστα επειδή το άπειρο δεν μπορεί μαζί με το πέρας να σχηματίσει το μίγμα πέρατος-απείρου, καθώς ο Θεός είναι αίτιος της υπόστασης και της μίξεως των δύο. Αυτό, λοιπόν, ανάγει και τη φύση του σώματος, στον βαθμό που είναι σώμα, σε μία αιτία, τον Θεό. Γιατί αυτός είναι που γέννησε το μικτό. Άρα ούτε το σώμα ούτε η ύλη είναι κάτι κακό. Γιατί αυτά είναι γεννήματα του Θεού, το ένα ως μίγμα και η άλλη ως άπειρο. Ότι το άπειρο πρέπει να τοποθετηθεί υπεράνω της ύλης, το δηλώνει ο ίδιος ο Πλάτων εκεί που λέει : “Τα τρία γένη, λοιπόν, δεν μας έδωσαν όλα όσα γεννιούνται και αυτά από τα οποία γεννιούνται ;”[11]. Άρα το σώμα, το οποίο είναι ένα από όλα όσα γεννιούνται, επειδή είναι μικτό και ένα μέρος του είναι πέρας και λογική και ένα άλλο μέρος του άπειρο, θα προέρχεται με δύο τρόπους από εκεί : και στο σύνολο του και τα μέρη του. Γιατί τι άλλο είναι το άπειρο μέσα του αν όχι η ύλη ; Τι άλλο είναι το πέρας μέσα του αν ότι το είδος ; Και τι άλλο θα είναι το μίγμα αυτών των δύο αν όχι το σύνολό του ; Αν λοιπόν όλα αυτά που γεννιούνται και αυτά από τα οποία γεννιούνται είναι το μικτό, το πέρας και το άπειρο, και αν “αυτό που δημιουργεί όλα αυτά είναι ένα άλλο τέταρτο”, όπως λέει ο ίδιος, δεν μπορούμε να πούμε ότι η ύλη ή το είδος ή το μικτό παράγονται από πουθενά αλλού παρά από τον θεό. Τι, όμως, που γεννήθηκε από εκεί μπορεί να είναι κακό ; Γιατί η θερμότητα δεν μπορεί να ψύχει ούτε το αγαθό να παράγει κακά. Άρα δεν μπορούμε να χαρακτηρίσουμε ούτε την ύλη ούτε το σώμα ως πράγματα κακά.
Ισως, λοιπόν, κάποιος μας ρωτούσε ποια είναι η άποψη μας για την ύλη και αν θεωρούμε ότι αυτή είναι αγαθό ή κακό και πως υποστηρίζουμε το ένα ή το άλλο. Η άποψη μας, λοιπόν, ας είναι η εξής, ότι δηλαδή η ύλη δεν είναι ούτε αγαθό ούτε κακό. Γιατί, αν είναι αγαθό, δεν θα είναι η τελευταία υπόσταση των πάντων αλλά θα είναι σκοπός προς τον οποίο θα αποβλέπουν τα άλλα και κάτι επιθυμιτό. Γιατί κάθε αγαθό είναι τέτοιο, γιατί και το πρώτο αγαθό είναι σκοπός στον οποίο αποβλέπουν τα πάντα και επιθυμητό από όλα τα όντα. Αν, πάλι, είναι κακό, θα είναι Θεός και άλλη αρχή των όντων, η οποία θα αντιτίθεται στην αιτία των αγαθών, και θα υπάρχουν δυο πηγές αφηρημένες να ρέουν[12] προς αντίθετες κατευθύνσεις, μια των αγαθών και μία άλλη των κακών, και ούτε οι ίδιοι οι Θεοί θα έχουν ζωή ανενόχλητη και μακριά από τη δυσχέρεια των θνητών, εφόσον και σε αυτούς θα υπάρχει κάτι εχθρικό, αλλότριο και ενοχλητικό. Αν, όμως δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο, τι θα είναι αυτή καθεαυτή ; Μήπως πρέπει να πούμε για την ύλη αυτό που έχει ειπωθεί πολλές φορές, ότι δηλαδή είναι το αναγκαίο ; Γιατί άλλη είναι η φύση του αγαθού και άλλη η φύση του κακού, και αυτά είναι μεταξύ τους αντίθετα. Υπάρχει όμως και μια άλλη Τρίτη φύση, η οποία δεν είναι ουτε απολυτως αγαθό αλλά ούτε απολύτως κακό, αλλά αναγκαίο. Γιατί το κακό απομακρύνει από το αγαθό και αποφεύγει τη φύση εκείνου. Το αναγκαίο, όμως, είναι ότι είναι χάριν του αγαθού και έχει την αναγωγή του σε εκείνο και λόγω εκείνου έλαβε οποιαδήποτε γέννηση έχει Αν, μάλιστα, η ύλη υπάρχει χάριν της γέννησης κάποιου πράγματος, ενώ κανένα άλλο δεν υπάρχει χάριν της ύλης (γιατί αλλιώς θα έπρεπε να πούμε ότι αυτή είναι σκοπός και αγαθό), πρέπει να τη χαρακτηρίσουμε κάτι αναγκαίο για τη γέννηση και όχι κακό, και να πούμε ότι ως κάτι αναγκαίο έχει γεννηθεί από τον Θεό και ότι είναι κάτι αναγκαίο για τα είδη που δεν μπορούν να στηριχτούν στον εαυτό τους. Γιατί η αιτία όλων των αγαθών έπρεπε να παράγει όχι μόνο τα αγαθά και όσα είναι αγαθά από μόνα τους αλλά και εκείνη τη φύση η οποία δεν είναι απολύτως και αφ’ εαυτού της αγαθή αλλά επιθυμεί το αγαθό και, επιθυμόντας το, δίνει από τον εαυτό της προς άλλα τη δυνατότητα να λάβουν υπόσταση καθ’ οινδήποτε τρόπο. Γιατί η ανάγκη της για τα αγαθά συντελεί στη δημιουργία των αισθητών, αφού και το ΟΝ δεν δίνει υπόσταση μόνο στα όντα αλλά και σε όσα επιθυμούν τη συμμετοχή τους στο ΟΝ, των οποίων η ύπαρξη συνίσταται στην επιθυμία τους για το ΟΝ. Άλλο, λοιπόν, είναι το πρωταρχικά επιθυμητό και άλλο εκείνο που το επιθυμεί και που έχει το αγαθό του μέσα σε εκείνο. Άλλο είναι επίσης κάθετι τι που βρίσκεται ανάμεσά τους, το οποίο είναι επιθυμητό για κάποια και επιθυμεί κάποια άλλα, δηλαδή τα προηγούμενά του χάρι των οποίων υπάρχει.
Αν, λοιπόν, εξετάσουμε την ίδια την ύλη από αυτή την άποψη, θα βρούμε ότι δεν είναι ούτε αγαθό ούτε κακό αλλά μόνο αναγκαίο. Και επειδή γεννήθηκε χάριν του αγαθού, είναι αγαθό, όχι όμως απολύτως αγαθό. Και επειδή είναι η τελευταία των όντων είναι κακό,, αφού αυτό που έχει απομακρυνθεί πάρα πολύ από το αγαθό είναι κακό, δεν είναι όμως απολύτως κακό, αλλά, όπως έχει ειπωθεί αναγκαίο. Και γενικά δεν αληθεύει ότι το κακό υπάρχει κάπου αυτούσιο. Γιατί ακόμη και το πρωταρχικά κακό δεν είναι αμιγές. Γιατί, αν το κακό ήταν εντελώς αντίθετο στο αγαθό, θα έπρεπε, εφόσον το αγαθό που υπάρχει μέσα σε κάτι άλλο, να είναι και το κακό διπλό, άλλο το αυτούσιο και άλλο αυτό που βρίσκεται μέσα σε κάτι άλλο. Αν, όμως, το κακό είναι αντίθετο σε εκείνα τα αγαθά τα οποία έχουν την ύπαρξη τους μέσα σε κάτι άλλο, τότε πολύ περισσότερο και το κακό θα βρίσκεται μέσα σε κάτι άλλο και δεν θα υπάρχει αυτούσιο. Γιατί ούτε το αγαθό, προς το οποίο είναι αντίθετο το κακό, είναι αυτούσιο, αλλά βρίσκεται μέσα σε άλλο και όχι ανεξάρτητο. Γιατί τι, όχι μόνον κακό αλλά και οποιοδήποτε άλλο ον, μπορεί να είναι αντίθετο στο πρωταρχικά αγαθό ; Γιατί όλα τα όντα υπάρχουν λόγω εκείνου και χάριν εκείνου. Και δεν είναι δυνατόν να υπάρχει το αντίθετο λόγω της αντίθετης φύσης, αλλά μάλλον να μην υπάρχει το ίδιο το αντίθετο. Γιατί τα αντίθετα αλληλοαναιρούνται, και γενικά όλα τα αντίθετα είναι εξαρτημένα από μια κορυφή και από ένα γένος. Ποιος γένος όμως του πρωταρχικά αγαθού μπορεί να υπάρχει ; Γιατί τι μπορεί να υπάρχει υπεράνω της φύσης του αγαθού ; Ποιο από τα όντα μπορεί να γίνει ομογενές με εκείνο ; Γιατί θα έπρεπε να υπάρχει κάτι άλλο πριν από τα δύο, του οποίου μέρος θα είναι εκείνα τα ομογενή. Και τότε πλέον το αγαθό δεν θα είναι αρχή των όντων, αλλά θα είναι αρχή εκείνο το γοινός γένος και των δύο. Άρα δεν υπάρχει κάτι αντίθετο ποτς όλα όσα συμμετέχουν σε αυτό, αλλά προς εκείνα των οποίων η συμμετοχή δεν είναι σταθερή. Γιατί αυτά, όμως, έχουν μιλήσει και προηγουμένως.»
—- Βλ. Πρόκλος «Περί της των κακών υποστάσεων, 30 – 37». —-

Για την συγγραφή : Κεφάλας Δ. Ευστάθιος (Αμφικτύων).
      

ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΑΡΧΑΙΟ ΚΕΙΜΕΝΟ. 

De malorum subsistentia 30.1 ` to     De malorum subsistentia 37.23
30  ——— ητον κα περ τς ληςετε στι κακνετε κα μσυμβεβηκναι μν γρ ατ τ κακν οδαμς δυνατντι καθ αυτν ποις στι κα νεδεος κα ποκεμενονλλ οκ ν ποκειμνκα πλονλλ οκ λλο ν λλε δ στιν λως κακν, ς τινς φασικατ οσαν στ κακν κα λγουσιν κενοιτν λην τ πρτως κακν κα < <στυγουσι θεο περ> [Hom. Y 65 ] ποιοντες>. τ γρ λλο στ τ κακν  μετρα κα οριστα κα πντα σα το γαθο στερσεις; τ γρ γαθν μτρον στ πντων κα ρος κα πρας κα τελειτης· στε τ κακν μετρα κα ατοπειρον κα τελς κα ἀόριστοντατα δ πντα ν λ κα πρτωςοκ λλα ντα παρ κενηνλλ κενη κα  στιν ατς τ εναιτ ρα πρτως κακν κα  το κακο φσις κα τ πντων σχατον  ληε δ κα γαθν διττν στιτ μν ατοαγαθν κα οδν λλο  γαθν, <τ δ ν λλ κα γαθν τι κα ο πρτως γαθνσται κα τ κακν διττντ μν οον ατ κα πρτως κακν κα οδν λλο κακντ δ ν λλ κα κακν τι κα δι κενο κακν κα κενου μεταλψει  μοισει κακνκα σπερ τ ατοαγαθν πρτονοτω κα τ ατοκακν σχατον τν ντων· οτε γρ το γαθο κρεττον οτε το κακο χερον εναι δυνατν οδν· κα γρ τ λλα πντα δι τατα κρεττω τ κα χερω φαμντ δ τν ντων σχατονλη· πντα γρ τ λλα ποιεν  πσχειν πφυκεν·  δ οδτεροντς μφον στερημνη δυνμεωςτ ρα ατοκακν κα τ πρτως κακν  λη.
31    Ε δ κα ν σμασι τ παρ φσιν λης κρατοσηςς ερηταικα ν ψυχας τ κακν κα  σθνεια … τ μεθυσθναι τς περ ατν οριστας μοιουμναις πρς ατντ τατην φντες ατισθαι λλην πιζητομεν ρχν τν κακν κα πηγν τς τοτων ποστσεως; <λλ εκακν  λη …, δυον θτερον νγκη τ γαθν το κακο ποιεν ατιον δο τν ντων ρχςνγκη μν γρ πν τ πωσον φεστς  ρχν εναι τν λων  ξ ρχς· τν δ λην ξ   ρχς μν οσανπ το γαθο κα ατν χειν τν ες τ εναι προδονρχν δ οσανδο τν ντων μν ποβλλειν ρχς μαχομνας λλλαιςτ τε πρτως γαθν κα τ πρτως κακν· λλ δνατον· οτε γρ δο τ πρτα· πθεν γρ λωςμονδος οκ οσης; ε γρ κτερον τον δυον νδε πρ μφον εναι τ ν τατα ν μφωκα μαν ρχνοτ κ το γαθο τ κακν· ς γρ τ τν γαθν ατιον μειζνως γαθνοτω δ κα τ το κακο γεννητικν μειζνως ν εη κακν· κα οδ τ γαθν τι τν αυτο φσιν ξειτν το κακο παργον ρχν——— <στετ μν γαθν σται κακν ς το κακο ατιοντ δ κακν γαθν ς κ το γαθο παρηγμνον.
32    Ε δ ναγκαον  λη πρς τ πν κα οκ ν ν  κσμος  πμμεγας οτος κα <εδαμων θες> [Pl. Tim. 34b.8 ] λης ποσηςπς τι τν το κακο φσιν π τατην νακτον; λλο γρ τ κακν κα λλο τ ναγκαονκα τ μν στι τοιοτον ο χωρς εναι δνατοντ δ το εναι στρησιςε τονυν κα πρς τν δημιουργαν το σμπαντος κσμου τν αυτς παρχεται χρεαν κα παρκται πρτως <ποδοχ τς γενσεωςσομνη κα <οον τιθνη> [Pl. Tim. 49a.6] κα <μτηρ> [ ib. 50d 3, 51a 4], πς ν τι λγοιτο κακν κα τ πρτως κακν; ε δ κα τν μετραν κα τ ἀόριστον κα τ πειρον κα καστον τν τοιοτων πολλαχς λγομενκα γρ ς μαχμενα μτρ κα <ς πουσανατο κα φαρεσιν κα ς ποκειμνην ατ κα νδε μτρου κα ρου—,  δ λη μχεσθαι μν ο πφυκεν οδ ποιεν λως οδντινι μηδ τ πσχειν στ κατ φσιν δι λλειψιν τς το πσχειν δυνμεωςρσις δ πλιν οκ στι μτρου κα πρατος τι μ στι στερσει τατν·  μν γρ στρησις παρντων κενων οκ στιν δ λη κα στ κα δχεται τν ατν μφασιννγκη δπου τ πειρον ατς κα μετρον νδες εναι μτρου κα πρατοςτ δ νδες τοτων πς ατος ναντον εη; πς δ τι κακν τ το γαθο δεμενον; φεγει γρ τν το γαθο φσιν τ κακνκα λως παν τ ναντον τν νανταν ξινε δ … κα κυσκει τν γνεσινκα— <ς φησιν ατσ>—τρφεικακν δ οδν παρ ατς μητρς οσης τος ξ ατςμλλον δ ν ατ γεννωμνοις.  
33  ——— Κα γρ τ ν δρσειεν ες λλα τ ποιεν μ δυνμενον; πς δ α τ ποιεν ξει τ ποιον καθ αυτ; πτερον δ γει πρς αυτν  λη τς ψυχς  παρ αυτν κεναι γονται <κα χωριστα γνονταιδυνμει κα δυναμίᾳ τ αυτν; ε μν γρ παρ αυτν γονταιτοτο ν ατας τ κακν πρς τ χερον ρμ κα  ρεξιςλλ οχ  λη· παντ γρ  φυγ το κρεττονος κακνκα πολλ μλλον  πρς τ χερον· κα δι σθνειαν πσχουσιν  πσχειν τς τοιατας δε κακς λομναςε δ παρ τς λης γονταιπο τ ατοκνητν στι κα α τς ψυχς αρσεις; ——
34  ———ν μν γρ τ Τιμαίῳ <μητρα> [51a.4] κα <τιθνηνατν τς <γενσεως> [ 52d.4-5] καλν κα <συναιταν> [46c. 7] τς το κσμου δημιουργας——— ν δ τος το λετου ξνου λγοις αταν τς το παντς <ταξας> <ες ποκειμνην φσιν νησι, <παρ μν το συνθντος πντα καλ κεκτσθαι>2 τν κσμον λγων, <παρ δ τς μπροσθεν ξεωςτ ναντα τοτων ν ατ γνεσιν χειν [ Pl. pol. 273b c ]>. ν δ τ Φι λβ κα ατν τν λην κα πσαν τν το περου φσιν κ το νς παργων κα λως πρ τς το πρατος κα περου διαστσεως τν θεαν αταν <τιθες>, νθεον ατν κα γαθν δι τν το θεο μετληψιν κα τν π το θεο γνεσιν εναι συγχωρε κα οδαμς κακν. <τν κακν λλ ττα> <φησχρναι <ζητεν τ ατιακα ο θεν>, <ς ν λλοις [resp. II 379c.6-7] ερηται>. οκον  ταξα κα τ κακν ο δι τν ληνλλ δι τ <πλημμελς κα τκτως κινομενον> [Pl. Tim. 30a.4-5]· τοτο γρ στι τ <σωματοειδς>, < φησιν  λετης ξνοστς ταξας <ατιον> [Pl. pol. 273b.4] … κα οχ τν λην εναι δυναμνην, ———τς λης κιντου οσης καθ αυτν. ——— τ γρ χνη τν διαφρων εδν π λλην κα λλην γοντα φορνπλημμελ τν λην ποφανει κνησιν. <τοτο ον στι < μπροσθεν ξις>· ο γρδυναμνη κρατεσθαι τος εδεσινκσμητον αυτν δεκνυσι κα καλλ. ———
35  ———τι δ οκ κ τς λης τ κακν οδ ν τος σμασινκ τοτων δλον· ο γρ στιν  τε λη κα τ πλημμελς κινομενον τατντι δ κα τν λην ο τ πρτως κακν <θετονκανς,   ομαιδειξεν  ν Φιλβ Σωκρτης>, κ το θεο τν πειραν <γεννν> [ Pl. Phileb. 23c.9]. ε δ κα ατθεν τ πειρον τν λην ητονκ το θεο  ληε γε τ πρτως πειρον τν οσιδη πσαν πειραν μις ατας ρτημνην θεθεν <κγεννσθαι ητονκα μλιστατν μετ το πρατος ποιεν τ μγμα μ δυναμνηνς το θεο ντος ατου τς ποστσεως ατν κα τς μξεωςτοτο μν ον κα τν το σματος  σμα φσιν ες μαν αταν γειτν θεν· ατς γρ στιν  τ μικτν γεννσαςοτε ρα τ σμα κακν οτε  λη· τατα γρ στι θεο γεννματατ μν ς μγματ δ ς πειρον. ——— <κα ατς λγων ν κενοισ>· <οκον τ μν γινμενα κα ξ ν γνεται πντα τ τρα παρσχετο μν γνη> [ Pl. Phileb. 27a.11-12]; τ ρα σμαν κα τοτο τν πντων νπειδ μικτνκα τ μν ν ατ πρας κα λγοςτ δ πειρονδιχς κεθεν σταικατ τε τ λον κα κατ τ μρητ γρ λλο ν ατ τ πειρον   λη; τ δ τ πρας  τ εδος; τ δ τ κ τοτων  τ σνολον; ε τονυν κα ατ <τ γινμενα πντα κα ξ ν γνεταιμικτνστι κα <πραςκα <πειρον· τ δ δ πντα τατα δημιουργονλλο κα <τταρτον>, <ς φησιν ατς> [Phileb. 27 aƒb]· οτ ν τν λην οτ ν τ εδος οτ ν τ μικτν λλαχθεν  κ το θεο <μικτνπαργεσθαι φσαιμεντ δ ν κεθεν γενμενον εη κακν; οτε γρ θερμτητος τ ψχειν οτε γαθο τ κακ παργειν· οτε ρα τν λην οτε τ σμα κακν προσρητον.
36  ——— μτε γαθν εναι τν λην μτε κακνετε γρ γαθντλος σται κα οκ σχατον τν πντωνκα ο νεκα κα φετν· πν γρ τ γαθν   τοιοτονπε τ πρτως γαθν τλος κα ο νεκα πντα κα φετν πσι τος οσινετε α κακνθες σται κα ρχ τν ντων λλη κα στασιζουσα πρς τν τν γαθν ατανκα σονται <δο πηγαμεθειμναι <εν> [Pl. leg. I 636d. 7-8] ξ νανταςγαθν μν λληκακν δ λληκα οδ ατος σται τος θεος βος πμων οδ ξω τς θνητς δυσχερεαςος στ τι δυσμενς κα λλτριον κα οον νο χλονε δ μ στιν κτεροντ ν εη καθ αυτν;  τοτο  πολλκις ερηται τ ναγκαον π ατς ητον; στι γρ λλη μν  το γαθο φσιςλλη δ  το κακοκα τατα μν λλλοις ναντα· τρτη δ λλημτε γαθν πλς οσαμτε κακν, <λλ ναγκαοντ μν γρ κακνπγει το γαθο κα φεγει τν κενου φσιν· τ δ ναγκαον <το γαθο νεκαπν στν  στι κα π ατ τν ναφορν χει κα δι κενο τν οἱάνποτε γνεσιν σχεν· ε δ γενσεως νεκ του <…>, λλο δ ατς νεκα μηδννα ν κα τλος ατν κα γαθν λγομεν· ναγκαον δπου πρς τν γνεσιν ατν κα ο κακν προσρητονκα γεγονναι θεθεν ς ναγκαον κα εναι τος φ αυτν δρσθαι μ δυναμνοις εδεσιν ναγκαονο γρ μνον τ γαθ κα παρ αυτν τοιατα παργειν δει τν τν γαθν πντων ατανλλ κα τν φσιν κενην μ στι μν πλς κα παρ ατς γαθνργεται δ γαθοο κα ρεγομνη δδωσιν λλοις γνεσιν ες τ εναι κα πωσον π ατςτ γρ νδες ατς τν γαθν συντελε πρς τν τν ασθητν δημιουργανπε κα τ ν ο τ ντα μνον φστησινλλ κα τ φιμενα τς το εναι μετουσαςος τ εναι κατ τν το ντος φεσινλλο γον τ πρτως φετνλλο τ φιμενον κενου κα ν τοτ τ γαθν χον· λλο τ μεταξ πν τος μν φετν στιτν δ φεταιδηλαδ τν πρ ατο κα ν νεκ στι.
37    Τν μν ον λην τν ατν κ γε το λγου τοδε σκοποντες ν εροιμενς οτε γαθν οτε κακνλλ ναγκαον μνον· κα ς μν γενομνη νεκα γαθογαθνπλς δ οκ γαθν· κα ς   μν σχατον τν ντων κακνεπερ τ πλεστον φεστς το γαθο κακνπλς δ ο κακνλλσπερ ερηταιναγκαονλως δ τ κακν ατ καθ ατ που εναι οκ ληθς· ο γρ στι τ μιγς οδ τ πρτως κακνε μν γρ τ γαθ παντ τ κακν πεναντον νδειτο γαθο πρ το ν λλ καθ αυτ κα πρτως ντοςκα τ κακν εναι διττντ μν αττ δ ν λλε δ κενοις στ τν γαθν ναντον τ κακνος τ εναι ν λλπολλ δπου μλλον κα τ κακν ν λλκαθ αυτ δ οκ στιν· οδ γρ τ γαθν τ κακν πεναντονλλ ν λλ κα ο χωρςκα τ γρ ν εη τ πρτως γαθ μ τι κακνλλ κα λλ τιον τν ντων ναντον; πντα γρ τ ντα δι κενο κα κενου νεκ στιτ δ ναντον εναι δι τν νανταν φσιν δνατονλλ ατ τοναντον μ εναι· φθερεται γρ π λλλων τ ναντακα λως πντα τ ναντα μις ξπται κορυφς κα γνους· το δ πρτως γαθο γνος τ ν εη; τ γρ πκεινα τς το γαθο φσεως; τ δ ν κεν γνοιτο τν ντων μογενς; δοι γρ ν τερον ενα τι πρ μφονο μρος ν πρχοι κενα· κα οκ ν τι τ γαθν ρχ τν ντωνλλ κενο ν εη τ κοινν μφονοδν ρα τ ναντον τ πρτως γαθλλ οδ τος μετεχομνοις πσινλλ ος μ σατως  μθεξις.  

Κεφάλας Ευστάθιος [Αμφικτύων] – (1/2/2013).


[1] Βλ. Πλάτων «Φαίδρος, 248.a – c».
[2] Βλ. Πλάτων «Φαίδρος, 247.b».
[3] Βλ. Πλάτων «Πολιτεία, 621.a».
[4] Βλ. Πλάτων «Τίμαιος, 34b».
[5] Βλ. Πλάτων «Πολιτικός, 273.b-c».
[6] Βλ. Πλάτων «Πολιτεία, 379.b».
[7] Βλ. Πλάτων «Τίμαιος, 30a».
[8] Βλ. Πλάτων «Πολιτικός, 273.b-c».
[9] Βλ. Πλάτων «Τίμαιος, 30a». Το «πλημμελώς και ατάκτως κινούμενο» ταυτίεται με το «πρώτο σύνθετο, με το «σωματοειδές»» και με την προηγούμενη κατάσταση του Κόσμου και αποτελεί ένα είδος υποστρώματος του Κόσμου. Το υπόστρωμα αυτό σχηματίζεται όταν η ύλη λάβει συγκεχυμένα τα πρώτα ίχνη των Ιδεών και γίνει κάτι σαν σώμα (σωματοειδές), χωρίς ακόμη τα ίχνη των Ιδεών να έχουν οργανωθεί για να αποτελέσουν το συγκροτημένο σώμα. Λόγω αυτής της συγχύσεως χαρακτηρίζεται από μια αέναη άτακτη κίνηση στην οποία οδηγείται από την ταυτόχρονη επίδραση όλων των Ιδεών, σε αντίθεση με την πρωταρχική ύλη που είναι ακίνητη.
[10] Η άποψη αυτή, η οποία ταυτίζει το άπειρο με την ύλη, απορρίπτεται από τον Πρόκλος, στην «Κατά Πλάτων θεολογία, βιβλίο Γ, 3.39.24-3.40.8».
[11] Βλ. Πλάτων «Φίληβος, 27.a».

[12] Βλ. Πλάτων «Νόμοι, 636.d».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.