ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΒΙΝΤΕΟ

Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2015

Η ορθή αναζήτηση των αγαθών μέσω της (προσ)ευχής οδηγεί προς το Γνώθι Σ'αυτόν της ψυχής.Μερος διαλόγου μεταξύ Σωκράτη-Αλκιβιάδη και διάλογος μεταξύ Φαίδρο-Σωκράτη



  Σχολιάζοντας ο Ιεροκλής του στίχους 48-49 από τα  Χρυσά Έπη των Πυθαγορείων

«Αλλ ρχευ π ργον θεοσιν πευξμενος τελσαι»
«Όμως προχώρα στη δουλειά αφού (προσ)ευχηθείς στους Θεούς να τελειώσει»

αναφέρει:
«το κείμενο περιέγραψε με συντομία όλα όσα συντελούν στην απόκτηση των αγαθών, δηλαδή στον αυτοκίνηση της ψυχής και τη συνέργεια του Θείου. Διότι αν η επιλογή των καλών έγκειται στην αυτεξουσιότητά μας, και αν έχουμε από το Θείο την ίδια την αυτεξουσιότητα, οπωσδήποτε θα χρειαζόμαστε την εκ μέρους του συνέργεια και την τελειοποίηση όσων επιλέχτηκαν. Διότι αυτό που επιδιώκεται από εμάς μοιάζει με ένα χέρι που απλώνεται για τη λήψη των καλών, ενώ η συνεισφορά του Θεού μοιάζει
να είναι χορηγία και πηγή της προσφοράς των αγαθών∙ και το πρώτο (η ψυχή δηλαδή) έχει τη φύση να ανακαλύπτει καλά, ενώ το δεύτερο (το Θείο εν γένει) να τα εκφαίνει (αποκαλύπτει) σε όποιον τα αναζητά ορθά, και το σύνορο ανάμεσα στη δική μας αναζήτηση και στη χορηγία του Θεού είναι η (προσ)ευχή, η οποία ε χομνη (κρατιέται καλά) από την αιτία μας, αιτία που μας οδηγεί στο Είναι(=Ύπαρξη) και μας τελειοποιεί προς το Ευ Είναι(=Ευδαιμονία). Πώς, όμως, θα μπορούσε κανείς να λάβει το Ευ, αν δεν το δίνει ο Θεός; Πώς ο Θεός, που εκ φύσεως δίνει, θα μπορούσε να δώσει σε κάποιον που είναι αυτεξούσιος ως προς τις παρορμήσεις του αλλά δεν ζητά; Για να μη κάνουμε, λοιπόν, την (προσ)ευχή μόνο με τα λόγια αλλά να την ενισχύσουμε και με έργο, και για να μην εμπιστευτούμε μόνο τη δική μας ενέργεια αλλά να κρατιόμαστε και από τη βοήθεια του Θεού και να συνδέουμε την (προσ)ευχή με το έργο, όπως το είδος(μορφή) με την ύλη, και γενικά για να (προσ)ευχόμαστε όσα κάνουμε και να πραγματοποιούμε όσα (προσ)ευχόμαστε, είπε συνδυαστικά: “Όμως προχώρα στη δουλεία αφού (προσ)ευχηθείς στους Θεούς να τελειώσει”. Διότι δεν πρέπει να επιδιώκουμε τα καλά σαν να είναι στο χέρι μας να τα κατορθώσουμε χωρίς τη συνέργεια του Θεού, ούτε να αρκούμαστε μόνο στα λόγια της (προσ)ευχής χωρίς να συνεισφέρουμε στην απόκτηση όσων ζητήσαμε. Γιατί έτσι θα επιδιώξουμε είτε άθεη αρετή-αν μπορούμε να το πούμε αυτό-είτε αδρανή (προσ)ευχή, εκ των οποίων η αθεΐα αναιρεί εκ των προτέρων την ουσία της αρετής, ενώ η αδράνεια καταλύει τη δραστικότητα της (προσ)ευχής. […] Διότι η αρετή είναι εικόνα του Θεού μέσα στη λογική ψυχή, και κάθε εικόνα χρειάζεται το υπόδειγμα για τη γέννησή της και η απόκτησή της δεν επαρκεί αν δεν κοιτάζει προς εκείνο μέσω της εξομοίωσης με το οποία θα αποκτήσει ομορφιά. Όταν, λοιπόν, σπεύδουμε προς την ενεργό αρετή, ταιριάζει να (προσ)ευχόμαστε και όταν (προσ)ευχόμαστε να ενεργούμε για την απόκτησή της. Αυτό σημαίνει να ενεργούμε κοιτάζοντας προς το Θείο και το λαμπερό και να αγωνιζόμαστε για τη φιλοσοφία μένοντας προσκολλημένη στην πρώτη αιτία των αγαθών. Διότι η πηγή της αιώνιας φύσης, εκείνη η τετρακτύς, έχει καταστεί αιώνια αιτία όχι μόνο του Είναι(=Ύπαρξη) των πάντων, αλλά και του Ευ Είναι (=Ευδαιμονία) τους, καθώς άπλωσε σε ολόκληρο τον κόσμο το δικό της αγαθό σαν αμόλυντο και νοερό φως. Και η ψυχή που μένει καλά προσκολλημένη σε αυτήν και καθάρισε τον εαυτό της σαν μάτι για να βλέπει καλά, από τη φροντίδα για τα αγαθά ανυψώνεται στην (προσ)ευχή και πάλι από την εκπλήρωση της (προσ)ευχής επιτείνει τη σπουδή(=ζήλος αναζήτησης καλών) της, συνδέοντας τα έργα με τα λόγια και επιβεβαιώνοντας τα σπουδαία έργα με τις Θείες διαλέξεις(συνομιλίες). Και βρίσκοντας άλλα από μόνη της και άλλα από φώτιση, επιδιώκει όσα (προσ)εύχεται και (προσ)εύχεται όσα επιδιώκει. Τέτοια είναι η ένωση της (προσ)ευχής και της σπουδής.»


   Ας δούμε, λοιπόν, κάποια πράγματα από το συγκεκριμένο απόσπασμα.
1. «και το πρώτο (η ψυχή δηλαδή) έχει τη φύση να ανακαλύπτει καλά, ενώ το δεύτερο (το Θείο εν γένει) να τα εκφαίνει (αποκαλύπτει) σε όποιον τα αναζητά ορθά, και το σύνορο ανάμεσα στη δική μας αναζήτηση και στη χορηγία του Θεού είναι η (προσ)ευχή, η οποία ε χομνη (κρατιέται καλά) από την αιτία μας, αιτία που μας οδηγεί στο Είναι(=Ύπαρξη) και μας τελειοποιεί προς το Ευ Είναι(=Ευδαιμονία)»
Σε αυτό βλέπουμε ότι για να πετύχουμε την ευδαιμονία θα πρέπει να έχουμε συνεχή συνδιάλεξη με το Θείο, μέσω της προσευχής. Αλλά όχι με οποιοδήποτε τρόπο. Θα πρέπει αναζήτηση και η προσευχή να γίνονται με τον σωστό τρόπο. Εδώ θα πούμε ότι:
καστοι δ κατ τ μέτρα τς αυτν πιτηδειότητος ποδεχόμενοι τν τν θεν γνσιν κα νέργειαν ες αυτος προϊούσαν. κα ταν τς συνθέσεως ν τας διανοήσεσι καθαρεύσωμεν· τότε μορφότως ατν ξομεν συναίσθησιν παρόντων, ταν φαντασίαν ποσκευασόμεθα· τότε τ φθέγματα ατν δι νο γνωσόμεθα μόνως, ταν σιγήσωμεν πάσαις μν τας σωματικας ασθήσεσιν.         
(Βλ., Πρόκλος «Υπόμνημα εις τας Πολιτείας Πλάτωνος» 2.243)
Δηλαδή:
ο καθένας σύμφωνα με τα μέτρα της καταλληλότητας του υποδέχεται τη γνώση των θεών και την ενέργεια τους η οποία φθάνει μέχρις αυτούς. Και όταν απαλλαγούμε από την σύνθετη αυτή κατάσταση μέσα στις νοήσεις μας, τότε μόνο θα αποκτήσουμε συνείδηση των θεών κατά την παρουσία τους με τρόπο ανεξάρτητο από τις μορφές, όταν θα αποδομήσουμε την φαντασία, και αυτά που φθέγγονται οι θεοί θα τα προσπελάσουμε γνωστικά μέσω του νου και μόνο, όταν οδηγήσουμε στη σιωπή όλες τις σωματικές μας αισθήσεις.
ταν ον κατ τν τν πολλν τοτων ατων συνδρομν πιτηδειτης γγνητα τινι τν μεταβλλεσθαι πεφυκτων τς μετουσας τν θεν, κφανεται κν τοτοις τ θεον πρτερον ποκεκρυμμνον π τς νεπιτηδειτητος τν δεξομνων κα τν μν ο κεον κλρον χον αωνως κα προτενον τν αυτο μετουσαν, ο μετεχμενον δ π τοτων νεπιτηδεων ντων.         
(Βλ., Πρόκλος «Εις τον Τίμαιον Πλάτωνος»Α.140.2 – Α.140.8)
Δηλαδή:
Όταν, λοιπόν με τη σύμπτωση αυτών των πολλών αιτιών, γεννηθεί στα εκ φύσεως μεταβαλλόμενα μία καταλληλότητα για τη συμμετοχή(=μετουσία στο αρχαίο) τους στους θεούς, εμφανίζεται και σε αυτά το θείο, το οποίο προηγουμένως ήταν κρυμμένο λόγω της ακαταλληλότητας αυτών που θα το υποδέχονταν και το οποίο έχει αιώνια τον δικό του κλήρο και προσέφερε προς αυτά τη συμμετοχή τους σε αυτό, αλλά δεν την επιδεχόταν από αυτά, επειδή ήταν ακατάλληλα.

Και θα μελετήσουμε το κάτωθι κείμενο:

Περι (προς) ευχη προς τους θεούς ..
2. «να συνδέουμε την (προσ)ευχή με το έργο, όπως το είδος(μορφή) με την ύλη»
Σε αυτό το σημείο βλέπουμε μία συσχέτιση της προσευχής (όπου είναι Λόγος, φωνητικός και νοητικός) με την διαμόρφωση της ύλης. Δηλαδή η προσευχή έχει μορφοπλαστικές δυνατότητες, διαμορφώνει την ύλη, την ειδοποιεί.  Σε αυτό δες και:
3. «Διότι δεν πρέπει να επιδιώκουμε τα καλά σαν να είναι στο χέρι μας να τα κατορθώσουμε χωρίς τη συνέργεια του Θεού, ούτε να αρκούμαστε μόνο στα λόγια της (προσ)ευχής χωρίς να συνεισφέρουμε στην απόκτηση όσων ζητήσαμε. Γιατί έτσι θα επιδιώξουμε είτε άθεη αρετή-αν μπορούμε να το πούμε αυτό-είτε αδρανή (προσ)ευχή, εκ των οποίων η αθεΐα αναιρεί εκ των προτέρων την ουσία της αρετής, ενώ η αδράνεια καταλύει τη δραστικότητα της (προσ)ευχής
Δηλαδή, δεν θα πρέπει απλά να περιμένουμε την εξ’ ουρανού επέμβαση για όσα μας απασχολούν, αλλά θα πρέπει να ενεργήσουμε και εμείς οι ίδιοι προς την επίτευξη των στόχων μας. Παράδειγμα από τη σημερινή εποχή για να γίνει κατανοητό: για να «σωθεί» η χώρα από τα όσα συμβαίνουν, δεν πρέπει απλά να εναποθέσουμε τις ελπίδες μας στις εξ’ ουρανού επεμβάσεις, αλλά θα πρέπει να πράξουμε και εμείς οι ίδιοι! Αλλιώς το Θείο δεν πρόκειται να μας βοηθήσει. Ούτε φυσικά θα πρέπει να μην έχουμε πίστη και ελπίδα προς το Θείο ότι θα μας βοηθήσει εφόσον ζητάμε με ορθό τρόπο. Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να δώσουμε βάση σε δύο συγκεκριμένα κείμενα.
4. «Διότι η αρετή είναι εικόνα του Θεού μέσα στη λογική ψυχή, και κάθε εικόνα χρειάζεται το υπόδειγμα για τη γέννησή της και η απόκτησή της δεν επαρκεί αν δεν κοιτάζει προς εκείνο μέσω της εξομοίωσης με το οποία θα αποκτήσει ομορφιά. Όταν, λοιπόν, σπεύδουμε προς την ενεργό αρετή, ταιριάζει να (προσ)ευχόμαστε και όταν (προσ)ευχόμαστε να ενεργούμε για την απόκτησή της. Αυτό σημαίνει να ενεργούμε κοιτάζοντας προς το Θείο και το λαμπερό και να αγωνιζόμαστε για τη φιλοσοφία μένοντας προσκολλημένη στην πρώτη αιτία των αγαθών. Διότι η πηγή της αιώνιας φύσης, εκείνη η τετρακτύς, έχει καταστεί αιώνια αιτία όχι μόνο του Είναι(=Ύπαρξη) των πάντων, αλλά και του Ευ Είναι (=Ευδαιμονία) τους, καθώς άπλωσε σε ολόκληρο τον κόσμο το δικό της αγαθό σαν αμόλυντο και νοερό φως. Και η ψυχή που μένει καλά προσκολλημένη σε αυτήν και καθάρισε τον εαυτό της σαν μάτι για να βλέπει καλά, από τη φροντίδα για τα αγαθά ανυψώνεται στην (προσ)ευχή και πάλι από την εκπλήρωση της (προσ)ευχής επιτείνει τη σπουδή(=ζήλος αναζήτησης καλών) της, συνδέοντας τα έργα με τα λόγια και επιβεβαιώνοντας τα σπουδαία έργα με τις Θείες διαλέξεις(συνομιλίες). Και βρίσκοντας άλλα από μόνη της και άλλα από φώτιση, επιδιώκει όσα (προσ)εύχεται και (προσ)εύχεται όσα επιδιώκει»
Η εικόνα αυτή του Θεού εντός της λογικής ψυχής είναι το μέρος αυτό που θα πρέπει η ψυχή να αποβλέπει προσπαθώντας να πετύχει το Γνώθι Σαυτόν.


Αντιγράφουμε εκ του Πλατωνικού «Αλκιβιάδη Α’ 132.c – 133.d»

Αλκιβιάδης[…] προσπάθησε όμως να εξηγήσεις με ποιο τρόπο θα μπορούσαμε να φροντίσουμε τους εαυτούς μας.

ΣωκράτηςΚατά τόσο βέβαια το έχουμε στα προηγούμενα ολοκληρώσει – τι είμαστε, έγινε απόλυτα παραδεκτό – αλλά φοβούμαστε μήπως, κάνοντας σε τούτο λάθος, μας διαφύγει και επιδοθούμε στη φροντίδα άλλου πράγματος και όχι του εαυτού μας.

ΑλΣωστά

ΣωκΣτη συνέχεια πρέπει βέβαια να φροντίσουμε την ψυχή μας και σε τούτο να στραφούμε.

ΑλΟλοφάνερο.

ΣωΠρέπει ν’ αναθέσουμε σε άλλους τη φροντίδα για τα σώματα και των χρημάτων.

ΑλΠώς όχι;

ΣωκΜε ποιον τρόπο θα μπορούσαμε να το αντιληφθούμε εναργέστατα(=σαφέστατα); Όταν, άλλωστε, μάθουμε τούτο, θα γνωρίσουμε, όπως φαίνεται, και τους ίδιους τους εαυτούς μας. Για τ’ όνομα των Θεών όμως, παρ’ ότι το Δελφικό επίγραμμα συμβουλεύει σωστά, εμείς δεν το εννοούμε;

ΑλΜε ποιες σκέψεις μιλάς, Σωκράτη;

ΣωκΘα σου πω, τι φαντάζομαι πως εννοεί και μας προτρέπει το επίγραμμα τούτο. Κατά πάσα πιθανότητα μάλιστα δεν μπορούμε να φέρουμε πολλά παραδείγματα για αυτό, παρά μόνο σχετικά με την όραση.

ΑλΠώς το εννοείς;

ΣωκΠρόσεξε και συ· αν (το επίγραμμα) συμβούλευε τον οφθαλμό μας, σαν αυτός να ήταν άνθρωπος, και του έλεγε: «ιδέ σαυτόν(=να δεις τον εαυτό σου)», τί θα καταλαβαίναμε για την προτροπή του; Άραγε όχι ότι συμβούλευε να βλέπει εκείνο, στο οποίο ο οφθαλμός επρόκειτο να δει τον εαυτό του;

ΑλΟλοφάνερο.

ΣωκΑς σκεφτούμε λοιπόν σε ποιο αντικείμενο αν προσβλέψουμε, βλέπουμε κείνο και συνάμα τους ίδιους τους εαυτούς μας.

ΑλΕίναι φανερό, Σωκράτη, στα κάτοπτρα(=καθρέπτες) και στα παρόμοια.

ΣωκΣωστά. Και ο οφθαλμός, με τον οποίο βλέπουμε, έχει κάτι ανάλογο;

ΑλΒέβαια.

ΣωκΚαταλαβαίνεις λοιπόν ότι το πρόσωπο του ανθρώπου που κοιτάζει μέσα σε κάποιο οφθαλμό καθρεφτίζεται στην όραση του αντικρινού του ανθρώπου σαν σε καθρέφτη – αυτό που ονομάζουμε κόρη – όντας είδωλο εκείνου που κοιτάζει;

ΑλΣωστά μιλάς.

ΣωκΣυνεπώς ο οφθαλμός ατενίζοντας τον οφθαλμό και βλέποντας στο μέρος εκείνο – το καλύτερο του άλλου, μέσω του οποίου βλέπει – κατ’ αυτό τον τρόπο θα μπορούσε να δει τον εαυτό του.

ΑλΠροφανώς.

ΣωΑν όμως βλέπει σε άλλο σημείο του ανθρώπου ή σε κάποιο εκ των όντων, και όχι σε κείνο με το οποίο τυγχάνει να είναι όμοιο, δεν θα δει τον εαυτό του.

ΑλΑλήθεια.

ΣωκΑν λοιπόν ο οφθαλμός μέλλει να δει τον εαυτό του, πρέπει να κοιτάξει σε οφθαλμό, και μάλιστα στο μέρος εκείνο του όμματος όπου ενυπάρχει η αρετή του οφθαλμού· τούτο αν δεν κάνω λάθος, είναι το μέρος της όρασης;

ΑλΑκριβώς.

ΣωκΣυνεπώς, ώ φίλε Αλκιβιάδη, και η ψυχή, αν μέλλει να γνωρίσει τον εαυτό της, πρέπει να κοιτάξει σε ψυχή, και κατά κύριο λόγο στο μέρος εκείνο όπου δημιουργείται η αρετή της ψυχής, η σοφία, και σε όποιο άλλο με το οποίο τούτο τυγχάνει να είναι όμοιο;

ΑλΈτσι νομίζω, Σωκράτη.

ΣωκΜπορούμε να πούμε πως υπάρχει άλλο μέρος της ψυχής πιο θείο παρά τούτο, στο οποίο «ο το ειδέναι τε και φρονείν»(=γνώση και φρόνηση) υπάρχει;

ΑλΔεν μπορούμε.

ΣωκΜοιάζει λοιπόν το μέρος της αυτό στον Θεό, και κάποιος που βλέπει σε τούτο και καταλαβαίνει πλήρως το Θείο, το Θεό και τη φρόνηση, έτσι κατ’ εξοχήν θα μπορούσε να γνωρίσει τον εαυτό του.

ΑλΕίναι φανερό.

ΣωκΌπως λοιπόν τα κάτοπτρα είναι σαφέστερα(=διαυγέστερα) απ’ ότι το εντός του οφθαλμού 
κάτοπτρο, και ακόμα καθαρότερα και λαμπρότερα, έτσι και ο Θεός δεν είναι καθαρότερος και λαμπρότερος από ότι το καλύτερο μέρος εντός της ψυχής μας;

ΑλΈτσι φαίνεται Σωκράτη.

ΣωκΠροσβλέποντας λοιπόν στον Θεό, τον χρησιμοποιούμε ως κάλλιστο ένοπτρο(=εσωτερικό κάτοπτρο) και για τα ανθρώπινα σχετικά με την αρετή της ψυχής, μπορώντας έτσι να δούμε και να γνωρίσουμε τον εαυτό μας.

ΑλΝαι.

ΣωΗ γνώση του εαυτού μας, ομολογούμε, ότι είναι σωφροσύνη;

ΑλΒέβαια.
Εκ του παραπάνω αποσπάσματος παρατηρούμε ότι το ξεκίνημα για το «Γνώθι Σαυτόν» της ψυχής είναι το «κοίταγμα» στο καλύτερο μέρος της όχι απαραίτητα σε μία άλλη ψυχή αλλά και στην ίδια κατ’ αυτήν μιας και όπως παρατηρεί ο Σωκράτης «Μοιάζει λοιπόν το μέρος της αυτό στον Θεό, και κάποιος που βλέπει σε τούτο και καταλαβαίνει πλήρως το Θείο, το Θεό και τη φρόνηση, έτσι κατ’ εξοχήν θα μπορούσε να γνωρίσει τον εαυτό του.»  Συνεχίζοντας, ο Σωκράτης μας αποκαλύπτει και τι ακριβώς είναι το «Γνώθι Σαυτόν», και συγκεκριμένα λέγει ότι είναι σωφροσύνη. Περί της σωφροσύνης, όμως, λέγει στο Πλατωνικό «Χαρμίδη» “η ψυχή θεραπεύεται, με ορισμένες επωδες και αυτές οι επωδές είναι οι καλοί λόγοι από τους οποίους γίνεται στην ψυχή η σωφροσύνη”. Άρα, λοιπόν, το «Γνώθι Σαυτόν» γίνεται με την δημιουργία της σωφροσύνης εντός της ψυχής, η οποία δημιουργία γίνεται με την ύπαρξη των καλών λόγων εντός της. Ποιοι όμως είναι αυτοί οι λόγοι που δημιουργούνται στην ψυχή; Αυτό θα το βρούμε, αν αρχικώς, ανατρέξουμε στον Πλατωνικό 



«Φαίδρο 275.d.4 – 277.a.4» όπου λέγει:


ΣωκράτηςΛοιπόν, Φαίδρε, η γραφή έχει αυτό το φοβερό χαρακτηριστικό, και εκεί, στ’ αλήθεια, μοιάζει με τη ζωγραφική. Και τούτης εδώ τα δημιουργήματα στέκονται μπροστά μας σα να είναι ζωντανά, όμως αν τα ρωτήσεις κάτι, σιωπούν με σοβαρότητα. Το ίδιο κάνουν και οι γραπτοί λόγοι. Τείνεις δηλαδή να πιστέψεις ότι αυτοί σκέφτονται κάτι και μιλούν, αν όμως τους ρωτήσεις για κάτι απ’ όσα λένε, το οποίο θέλεις να μάθεις, πάντοτε σου εκφράζουν ένα και το ίδιο πράγμα. Και κάθε λόγος, από τη στιγμή που γραφτεί, κυλάει παντού με τον ίδιο τρόπο, και σ’ εκείνους που τον γνωρίζουν καλά, και σ’ εκείνους που δεν έχουν καθόλου σχέση με το περιεχόμενό του, και δεν ξέρει από μόνος του σε ποιους πρέπει να απευθύνεται και σε ποιους όχι. Και όταν τον κακομεταχειρίζονται και άδικα μιλούν άσχημα γι’ αυτόν, έχει πάντα ανάγκη από τον πατέρα του, για να τον βοηθήσει, αφού ο ίδιος δεν μπορεί ούτε να αμυνθεί, ούτε να βοηθήσει τον εαυτό του.

ΦαίδροςΚαι πάλι μίλησες πολύ σωστά.

ΣωκΛοιπόν, τι; Βλέπουμε άλλο λόγο, που να είναι γνήσιος αδελφός τούτου εδώ, του γραπτού, και με ποιον τρόπο δημιουργείται, και πόσο είναι, από τη φύση του, καλύτερος και δυνατότερος από αυτόν εδώ;

ΦαίδρΠοιος είναι αυτός, και πως πιστεύεις ότι δημιουργείται;

ΣωκΑυτός που γράφεται με γνώση μέσα στην ψυχή εκείνου που μαθαίνει, ο λόγος που μπορεί να υπερασπίσει τον εαυτό του και που ξέρει σε ποιους πρέπει να μιλάει και σε ποιους να σωπαίνει.

ΦαίδρΕννοείς τον έμψυχο και ζωντανό λόγο εκείνου που έχει την κατάλληλη γνώση, το λόγο, δηλαδή, του οποίου ομοίωμα δίκαια θα αποκαλούσαμε το γραπτό λόγο.

ΣωκΈτσι ακριβώς. Πες μου τώρα τούτο. Ο νοήμων γεωργός, για όποιους σπόρους του φροντίζει και θέλει να του δώσουν καρπούς, τι από τα δύο κάνει, τους σπέρνει, έχοντας την επιθυμία να χαίρεται το καλοκαίρι στους κήπους του Άδωνη βλέποντας πως έγιναν όμορφα φυτά, ή μήπως, όταν τα κάνει αυτά, τα κάνει για παιχνίδι και για να γιορτάσει; Μήπως, για τους σπόρους που τον ενδιαφέρουν σοβαρά, κάνει χρήση της γεωργικής τέχνης και, σπέρνοντάς τους στο κατάλληλο έδαφος, είναι ευχαριστημένος αν τον όγδοο μήνα ωριμάσουν πλήρως όσοι έσπειρε;

ΦαίδρΈτσι είναι Σωκράτη. Αυτά κάνει στις περιπτώσεις που ενεργεί σοβαρά, ενώ κάνει άλλα στις περιπτώσεις που ενεργεί αλλιώς, δηλαδή όπως ανέφερες.

ΣωκΚαι θα πούμε πως, όποιος κατέχει τη γνώση των δικαίων και των όμορφων και των καλών πραγμάτων έχει λιγότερη κρίση από το γεωργό, σε ό,τι αφορά τους δικούς του σπόρους;

ΦαίδρΚαθόλου δεν θα το πούμε αυτό.

ΣωκΕπομένως, όταν ενεργεί σοβαρά, δεν θα τους γράψει στο νερό με μελάνι, σπέρνοντάς τους με την πέννα του, και με λόγους που δεν μπορούν ούτε να εκφραστούν προκειμένου να βοηθήσουν τον εαυτό τους, ούτε να διδάξουν ικανοποιητικά την αλήθεια.

ΦαίδρΦαίνεται πως όχι.

ΣωκΦυσικά όχι. Όπως δείχνουν τα πράγματα, τους κήπους με τους χαρακτήρες των γραμμάτων, θα τους σπείρει και θα τους γράψει για παιχνίδι. Κι όταν συγγράφει, θα το κάνει σαν να μαζεύει θησαυρούς για την βοήθεια της μνήμης του, για να τους έχει ενεργούς αν φθάσει στο σημείο να γεράσει και να ξεχνάει, και αυτός και ο καθένας που θα ακολουθήσει την ίδια πορεία. Και θα ευχαριστηθεί όταν θα τους βλέπει να φυτρώνουν απαλοί. Νομίζω ότι η σοβαρή ενασχόληση με αυτά γίνεται πολύ ομορφότερη όταν κανείς, κάνοντας χρήση της διαλεκτικής τέχνης, παραλάβει μια πρόσφορη ψυχή και φυτέψει και σπείρει μέσα της λόγους που να συνοδεύονται από την ανάλογη γνώση, που να μπορούν να βοηθούν και τον εαυτό τους κι εκείνoν που τους φύτεψε, και να μην είναι άκαρποι, αλλά να έχουν σπόρο, και από εκεί πάλι να φυτρώνουν άλλοι λόγοι σε άλλες ψυχές, οι οποίοι να μπορούν να διατηρούν για πάντα αθάνατη τη σπορά, και να κάνουν ευτυχισμένο αυτόν που τους έχει, στο μεγαλύτερο βαθμό που αυτό είναι δυνατό στον άνθρωπο.


Είδαμε, λοιπόν, ότι οι λόγοι που «σπέρνει» ο Δημιουργός (ο Ζευς) στις ψυχές, είναι η ας πούμε κινητήρια δύναμη για να δημιουργηθούν σε αυτές η σωφροσύνη και να επέλθει με τη σειρά της η αυτογνωσία. Σε αυτή τη διαδικασία παρατηρούμε ότι λειτουργούν 2 συγκεκριμένες αισθήσεις. Αρχικά η ακοή, διότι η ψυχή «ακούει» τις επωδές που μεταφέρουν τους καλούς λόγους και γίνεται σώφρον και αφού επιτευχθεί αυτό, «βλέπει» προς το κάλλιστο εκείνο μέρος, το Θεό. Άρα, λοιπόν, έχουμε ακοή και όραση. Αυτό, φυσικά, και δεν μας παραξενεύει, αφού ουσιαστικά το μέρος της ψυχής που βλέπει και ακούει είναι το λογιστικό, το οποίο ως γνωστόν είναι ουσιαστικά ένας νους. Αλλά «νος ρι κα νος κοει· τλλα κωφ κα τυφλ Διαπιστώνουμε, οπότε, ότι το «Γνώθι Σαυτόν», «περνάει» από ακοή και όραση. Γνωρίζουμε επίσης, ότι μαζί με το «Μηδέν Άγαν», ήταν εκατέρωθεν του Δελφικού Ει, στον Ναό του Απόλλωνος.
Έχοντας κατά νου όλα αυτά, αφήνουμε την ψυχή μας να διαβεί από το έργο του Πλουτάρχου «Περί του ΕΙ του εν Δελφοίς» και αυτό διότι εκεί έχουμε πάλι την όραση και ακοή να συνδέονται άμεσα με το Ει και το Γνώθι Σαυτόν.
στιν ατοτελς το θεο προσαγρευσις κα προσφνησις μα τ ῥήματι τν φθεγγμενον ες ννοιαν καθιστσα τς το θεο δυνμεως.
(Βλ., Πλούταρχος «Περί του Ει του εν Δελφοίς» 392.a.2 – 392.a.4)
Δηλαδή:
[Το Ει] Είναι μία αυτοτελής προσαγόρευση και προσφώνηση του Θεού, η οποία με την εκφώνησή της κάνει αυτόν που την προφέρει να συλλαμβάνει τη δύναμη του Θεού.
Σε αυτό το σημείο βλέπουμε την ακοή σε σχέση με το Δελφικό Ει.
στι γρ[…]σχμα κα μορφ τς πρς τν θεν ντεξεως      
(Βλ., Πλούταρχος «Περί του Ει του εν Δελφοίς» 386.b.10 – 386.b.12)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.