ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΒΙΝΤΕΟ

Κυριακή, 7 Φεβρουαρίου 2016

Το «κακό» και η «Πρόνοια»


Θα απορούσε, όμως, κανείς γενικά πως και από πού προέρχονται τα κακά, ενώ υπάρχει πρόνοια. Γιατί, αν υπάρχει το κακό, πως δεν θα αντιβαίνει σε αυτό που προνοεί για το αγαθό ; Και, αν το σύμπαν είναι γεμάτο πρόνοια, πως εμφανίζεται μέσα στα όντα το κακό ; Μερικοί, λοιπόν, προσχώρησαν στην μια άποψη από τις εξής δύο : είτε ότι δεν προέρχονται τα πάντα από την πρόνοια, εφόσον υπάρχει το κακό, είτε ότι δεν υπάρχει το κακό, εφόσον τα πάντα προέρχονται από την πρόνοια και από το Αγαθό. Γιατί αυτό το πρόβλημα βασανίζει την ψυχή. Ίσως όμως θα μπορούσε να βρει κανείς τρόπο ώστε αυτές οι δύο απόψεις να μην αντιτίθενται. Και πρώτα-πρώτα το ίδιο το κακό της ψυχής, αν ήταν αμιγείς από το αντίθετο και εντελώς στερημένο από αυτό και απολύτως σκοτεινό και τίποτα άλλο εκτός από σκοτάδι, ίσως θα ήταν εμπόδιο στα έργα της πρόνοιας, από την οποία “όλα είναι αγαθά και τίποτα κακό” σύμφωνα με τον Σωκράτη του “Τίμαιου, 30.a”. Αν όμως,
όπως έχει ειπωθεί πολλές φορές, αυτό το κακό είναι και αγαθό και όχι αμιγώς κακό ούτε καθαυτό κακό αλλά από μια άποψη κακό και από μία άποψη όχι κακό, τότε δεν πρέπει λόγω της μεθέξεως του στο αγαθό να αρνηθούμε πλήρως ότι είναι κακό, ούτε πρέπει, λόγω της κακίας που έχει μέσα του, να αρνηθούμε ότι όλα, ακόμα και αυτό, είναι και γίνονται αγαθά. Γιατί γενικά δεν είναι το ίδιο πράγμα το να πούμε ότι ο Θεός είναι αιτία των πάντων και το να πούμε ότι ο Θεός είναι η μόνη αιτία των πάντων. Το πρώτο είναι αληθινό, το δεύτερο όχι. Γιατί και ο νους είναι αιτία όσων βρίσκονται μετά τον νου, και η ψυχήείναι αιτία όσως βρίσκονται μετά την ψυχή, και η Φύση είναι αιτία των σωμάτων. Και καθένα από αυτά τα αίτια ενεργεί με διαφορετικό τρόπο, άλλο πρωταρχικά και ενιαία, άλλο αιώνια, άλλο με αυτκίνηση, άλλω μέσω της ανάγκης.[1] Και αυτό που ενεργεί νοητικά δεν είναι το ίδιο με το προηγούμενό του ούτε με το επόμενό του, στον βαθμό που είναι επόμενό του. Αν, λοιπόν, τα πάντα προέρχονται από την πρόνοια και αν τίποτα από τα πάντα δεν είναι κακό στον βαθμό που υπάρχει και γεννιέται από την πρόνοια, γιατί είναι παράξενο το κακό να έχει θέση μέστα στα όντα στον βαθμό που προέρχεται από την ψυχή, και το ίδιο πράγμα να είναι κακό για τα επιμέρους, αγαθό όμως για τα σύνολα, ή μάλλον να είναι κακό για τα επιμέρους στον βαθμό που προέρχεται από αυτά, και όχι κακό στον βαθμό που προέρχεται από τα σύνολα ; Γιατί όχι μονο η ενέργεια αλλά και αυτό ου ενεργεί λαμβάνει το  αγαθό από την πρόνοια. Έτσι λοιπόν υπάρχει το αγαθό σε αυτά, δηλ. στα κακά που υπάρχουν μέσα στην ψυχή. Γιατί έτσι η πρόνοια θα διατηρήσει την αξιοπιστία της, καθώς φεν θα αφήνει κανένα από αυτά αποκομμένο από τον εαυτό της. Πρέπει, λοιπόν, να θεωρήσουμε δύο τα είδη των κακών. Άλλα εσωτερικά, τα οποία ανήκουν στην ψυχή και επηρεάζουν την ψυχή, όπως για παράδειγμα αυτά που εντοπίζονται στις απρεπείς φαντασιώσεις, στις κακές σκέψεις και στις κάθε λογής κακές επιλογές, και άλλα εξωτερικά, τα οποία εμφανίζονται σε ποικίλες ενέργειες οι οποίες πραγματοποιούνται υπο το κράτος της οργής ή της επιθυμίας.
Όλα αυτά τα κακά, λοιπόν, έχουν το αγαθό με ποικίλους τρόπους. Γιατί γίνονται για την τιμωρία άλλων πραγμάτων[2], και η πράξη γίνεται σύμφωνα με αυτό που αξίζει κανείς, και δεν είναι ίδιο πράγμα να ενεργεί κανείς με κακία απέναντι σε οτιδήποτε και να υποστεί τιμωρία. Αυτά, λοιπόν, είναι αναμφισβήτητα κακά και για αυτόν που τα υφίσταται και για αυτόν που τα πράττει, στον βαθμό που ο δεύτερος ακολουθεί τις επιταγές του συνόλου. Στον βαθμό, όμως, που ενεργεί από μόνος του και χωρίς να ακολουθεί τις επιταγές του συνόλου, κάνει κάτι κακό και εκπληρώνει τα απρεπή και ταπεινά κυήματα της ψυχής τους. Αυτό, όμως, είναι για εκείνον που το παθαίνει αρχή της σωτηρίας. Γιατί, σε πολλούς το κακό, όσο μελετάται και μένει μέσα στην ψυχή, αποκρύπτεται και εμφανίζεται ως αγαθό, παρόλο που είναι άσχημο και άπρεπο. Όταν όμως γίνει πράξη, αποκαλύπτεται τι είναι πραγματικά. Το δηλώνουν αυτό οι μεταμέλειες και οι τύψεις τις οποίες έχει η ψυχή ωσάν να κατηγορεί η ίδια τον εαυτό της για αυτό που έπραξε. Γιατί και η τέχνη των ιατρών, όταν μέσω του ανοίγματος των ελκών αποκαλύπτει την πάθηση και την αιτία της νόσου που κρύβεται μέσα, μας δίνει μια εικόνα των έργων της πρόνοιας η οποία αφήνει τις ψυχές να οδηγηθούν σε πάθη και άσχημες πράξεις, προκειμένου να απαλαγούν από το κύημά τους και από μια υποβόσκουσα νοσηρή κατάσταση και έτσι να λάβουν την αρχή μιας καλύτερης περιόδου ζωής. Και όλα τα εσωτρικά πάθη που ανήκουν στις ψυχές οι οποίες κάνουν τον εαυτό τους κακό, έχουν και το αγαθό, στον βαθμό που οδηγούν την ψυχή σε αυτό που της ταιριάζει. Γιατί δεν είναι δυνατόν, ενώ επιλέγει τα κατώτερα, να μένει στα ανώτερα, αλλά αμέσως οδηγείται στο σκοτάδι και στην αισχρότητα. Και όχι μόνον οι πράξεις αλλά και οι επιλογές της ψυχής χωρίς τις πράξεις λαμβάνουν μέσα στις ψυχές την τιμωρία. Γιατί κάθε επιλογή οδηγεί την ψυχή προς το όμοιο. Αν, λοιπόν, το κατώτερο γένος, η αισχρότητα και η αθεΐα μέσα στις ψυχές την οδηγούν προς το συγγενές τους, γρήγορα η ψυχή αποκτά μέσα της το αγαθό, δηλ. αυτό που της αξίζει σύμφωνα με την πρόνοια. Και αυτός ο νόμος που ισχύει για τις ψυχές τις οδηγεί την καθεμία σε αυτό που της ταιριάζει. Γιατί άλλη ψυχή εκφηλώνει τη ζωή, ενώ άλλη συνδέει τον εαυτό της με τα όμοια. Κι αυτό ταυτίζεται με ότι τους αξίζει και με ότι είναι δίκαιο και με ότι προέρχεται από την πρόνοια και τελικά με το αγαθό. Γιατί, αν ταιριάζει να μένουν ψηλά ακόμα κι όταν συμπεριφέρνταν άδικα (πράγμα που δεν επιτρέπεται καν να λέμε), τότε με κανέναν τρόπο η επιλογή τους δεν θα είχε το αγαθό και καθώς θα ήταν μόνο κακό, θα ήταν εντελώς άθεη και άδικη. Αν όμως αμέσως απομαμκρύνει από τα ανώτερα την ψυχή που έκανε αυτή την επιλογή, τότε για τον λόγο αυτό έχει το αγαθό ανακατεμένο με το κακό. Γιατί κάθε ψυχή από τη φύση της επιθυμεί κατά κάποιο την υψηλή περιοχή. Όταν, λοιπόν, αυτές πέσουν, φανερώνεται η αισχρότητα της ζωής τους. Και είναι ανάγκη να πέσει κάθε ψυχή που η ενέργειά της δεν είναι σύμφωνη με τον νου. Η πτώση, μάλιστα, κάποιων ψυχών είναι μεγαλύτερη και άλλων μικρότερη, γιατί και η επιλογή πραγματοποιείται από κάθε ψυχή μ διαφορετικό τρόπο.
Πως, όμως, το κακό μέσα στα σώματα είναι ταυτόχρονα και αγαθό ; Μήπως επειδή είναι φυσιολογικό για το σύμπαν και αφύσικο για το μέρος του σύμπαντος, ή μάλλον επειδή και για τα μέρος είναι φυσιολογικό στον βαθμό που το μέρος συμβάλλει στο σύμπαν, και αφύσικο στον βαθμό που το μέρος έχει αποκοπεί από εκεί ; Γιατί και το κακό μέσα στα σώματα είναι δύο ειδών, άλλο ως αίσχος και άλλο ως νόσος- αποκαλώ μάλιστα αίσχος όλα τα αφύσικα που δεν είναι αρρώστιες. Γιατί και τα τέρατα είναι αίσχη της φύσεως -.Από αυτά τα κακά, το αίσχος είναι σύμφωνο με την καθολική Φύση (γιατί και σε αυτόυπάρχει Λόγος και Είδος) αλλά ασύμφωνο με την επιμέρους φύση. Γιατί μέσα στην επιμέρους φύση υπάρχει ένας Λόγος και το αντίθετο με αυτόν τον Λόγο είναι για αυτή τη φύση αφύσικο. Μέσα στην καθολική Φύση, όμως, βρίσκονται όλοι Λόγοι και όλα τα Είδη με φυσικό τρόπο. Και άλλοτε είναι ένα αυτό που γεννιέται από ένα Είδος (γιατί κυριολεκτικά “ο άνθρωπος γεννά άνθρωπο”) άλλοτε όμως από ένα Είδος γεννιούνται πολλά. Γιατί και ο Λόγος του σχήματος είναι ένας, αλλά αυτά που γενιούνται σύμφωνα με αυτόν είναι πολλά. Άλλοτε από πολλά είδη γεννιέται ένα, όπως οι αναμείξεις των ειδών μέσα στην ύλη, οι οποίες δίνουν την εντύπωση ότι αποτελούν τέρατα σε σχέη με την ατομικη φύση που αρέσκεται να κυριαρχείται από ένα είδος και να λαμβάνει υπόσταση με βάση ένα είδος. Και άλλοτε από πολλά γεννιούνται πολλά. Γιατί η ισότητα και η ανισότητα βρίσκονται μέσα σε πολλά. Πάντως όλα τα είδη, τόσο τα αμιγή όσο και τα ανάμικτα, είναι σύμφωνα με τη φύση και προέρχονται από τους Λόγους οι οποίοι στο σύνολό τους βρίσκονται μέσα στην φύση. Η αρρώστια, όμως, είναι με άλλο τρόπο σύμφωνη με τη φύση, επειδή καθένα από αυτά τα κακά έχει γεννηθεί με τους δυο τρόπους που έχουμε πει, και μέσα στην επιμέρους φύση και μέσα στην καθολική φύση. Και η φθαρτική δράση της αρρώστιας είναι σύμφωνη με την καθολική φύση και ασύμφωνη με την επιμέρους φύση. Γιατί αυτό στο οποία μεταβάλλεται ότι φθείρεται έχει είδος και Λόγο από την καθολική φύση. Το είδος του, όμως, είναι αντίθετο στη φύση εκείνου που φθείρεται και δεν προέρχεται από αυτή την φύση αλλά από την καθολική. Στον βαθμό, λοιπόν, που η μεταβολή προέρχεται από την καθολική φύση, είναι σύμφωνη με τη φύση, και άλλα τα φθείρει, ενώ σε άλλο παρέχει τη γέννηση. Στον βαθμό, όμως που μέσα σε αυτό που μεταβάλλεται υπάρχει ένας Λόγος, είναι αντίθετη με τη φύση. Γιατί όσον αφορά το μεταβαλλόμενο ως σύνολο, είναι αφύσικη (γιατί καθετί είναι όλον με βάση τον Λόγο που υπάρχει μέσα του), ενώ όσον αφορά το μεταβαλλόμενο ως μέρος του όλου, είναι σύμφωνη με τη φύση. Γιατί από την άποψη της ευρύτερης ολότητας έχει προκληθεί από τη φθορά κάποιου άλλου πράγματος και φθείρεται και πάλι για την γέννηση κάποιου άλλου.
Άρα το κακό που υπάρχει μέσα στα σώματα δεν είναι αμιγώς κακό, αλλά είναι κακό από μια άποψη και στον βαθμό που δεν προέρχεται από ψηλά, και είναι αγαθό από μια άλλη άποψη και στον βαθμό που προέρχεται από την πρόνοια της Φύσης. Και γενικά, όταν κάποια πράγματα γεννιούνται λόγω του αγαθού, πως μπορεί να πει κανείς ότι αυτά είναι εντελώς εγκατελελειμμένα απο το αγαθό και ότι μένουν στερημένα από τη φύση του αγαθού ; Γιατί δεν είναι δυνατόν το κακό να υπάρχει χωρίςνα παίρνει κάποιο ίχνος από το αντίθετό του, το αγαθο, γιατί τα πάντα, ακόμα και το ίδιο το κακό, υπάρχουν χάριν του αγαθού. Επίσης, και τα πάντα υπάρχουν χάριν του αγαθού και το θείο δεν είναι η αιτία των κακών. Γιατί ποτέ το κακό, στον βαθμό που είναι κακό, δεν προέρχεται από εκεί αλλά από άλλα αίτια των οποίων η γεννητική δραστηριότητα έχουμε πει ότι στηρίζεται στην δύναμη αλλά στην αδυναμία. Για αυτό μου φαίνεται και ο Πλάτωνας (στην β΄επιστολή. 312.b) θεωρεί ότι “τα πάντα βρίσκονται γύρω από τον βασιλέα των πάντων και τα πάντα υπάρχουν χάριν εκείνου”, ακόμα και όσα δεν είναι αγαθά. Γιατί με το να εμφανίζονται ως αγαθά, ανήκουνκαι αυτά στα όντα. Παρομοίως αποκάλεσε εκείνο το ύψιστο αίτιο “αίτιο όλων των καλών” και όχι απλώς όλων. Γιατί δεν είναι των κακών. Δεν είναι, μάλιστα, αίτιο των κακών, παρόλο που είναι αίτιο κάθε όντος. Γιατί είναι αίτιο και των κακών, στον βαθμό όμως που αυτά είναι όντα και στον βαθμό που καθένα τους είναι αγαθό. Αν, όμως, είναι σωστά αυτά που λέμε, τότε και τα πάντα θα προέρχονται από την πρόνοια και το κακό θα έχει θέση μέσα στα όντα. Επιμένως, οι Θεοί και δημιουργούν το κακό, στον βαθμό όμως που αυτό είναι αγαθό, και το γνωρίζουν, στον βαθμό που κατέχουν την ενιαία γνώση των πάντων, με αδιαίρετο τρόπο την γνώση των διαιρετών, με αγαθό τρόπο την γνώση των κακών, και με ενιαίο τρόπο την γνώση του πλήθους. Γιατί άλλη είναι η γνώση της ψυχής, άλλη η γνώση της νοητικής φύσης και άλη η γνώση των ίδιων των Θεών. Η πρώτη είναι αυτοκινούμενη, η δεύτερη είναι αιώνια, η τρίτη είναι άρρητη και ενιαία, καθώς γνωρίζει και παράγει τα πάντω μέσω του ίδιου του Ενός.
—- Βλ. Πρόκλος «Περί της των κακών υποστάσεως, 58.1 – 61.22. —-
       De malorum subsistentia 58.1 ` to     De malorum subsistentia 61.22  πορσειεν δ ν τις πς κα πθεν λως στ τ κακ, προνοας οσης. ετε γρ στι τ κακν, πς τ προνοοντι πρς τ γαθν οκ νστσεται; ετε προνοας πλρες τ πν, πς ν τος οσι τ κακν; νιοι μν ον θατρ τν λγων νδοσαν, τ μν μ πντα κ προνοας———
κα πρτον ατ καθ ατ τ ν ψυχας κακν, ε μιγς ν πρς τ ναντον, μοιρον τοτου παντπασιν ν κα φεγγστατον κα οδν λλο σκτος, τχα ν τος τς προνοας ργοις μπδιον ν, παρ ς <πντα γαθ, φλαρον δ οδν> [Pl. Tim. 30a]· ε δ, <σπερ   ερηται πολλκισ>, τοτο τ κακν κα γαθν στι κα οκ κρτως κακν οδ ατοκακν, λλ τωδ μν κακν, πλς δ ο κακν, οκ ναιρετον οτε δι τν το γαθο μθεξιν τ εναι ατ κακν παντελς, οτε δι τν ν ατ κκην τ κα μχρι τοτου πντα γαθ κα εναι κα γνεσθαι. ——
<τοτο δ> τ παθντι σωτηρας ρχ. πολλος γρ τ κακν μελετμενον μν κα εσω ψυχς μνον κκρυπται———, πεπραγμνον δ … κατδηλον γνεται· δηλοσιν δ … κα α τς ψυχς συνσεις οον ατς νειδιζοσης αυτ τ πραχθν· πε κα ατρν τχναι τας τν λκν ναστομσεσιν ες τομφανς γουσαι τ τε πθος κα τν εσω κρυπτομνην νοσοποιν αταν, εκνα παρχονται τν ργων τς προνοας φιεσης ψυχς πθεσ τε κα ποισεσιν ασχρας, να τς ν ατας δνος κα πολου … ξεως παλλαγεσαι λβωσιν ρχν περιδου κα ζως κρεττονος. σα δ νδον κα τοτων στ πθη αυτς κακυνουσν χει τ γαθν, καθ ε πρς τ οκεον γει τν ψυχν· ο γρ στι τ χερονα λομνην μνειν ν τος κρεττοσιν, λλ εθς π τ σκοτεινν κα ασχρν φρεται· κα οχ α πρξεις μνον, λλ κα τοτων χωρς α τς ψυχς αρσεις χουσιν ν ατας τν δκην· πσα γρ αρεσις πρς τ μοιον γει ατν. ε ον τ χερον κα ασχρν κα θεον ν τ ψυχ γνος π τ συγγενς μεθστησιν ατν, χει εθς ν ατ γαθν τν κ προνοας ξαν, κα οτος ν τας ψυχας νμος γων κστην πρς τ οκεον. μν γρ προβλλει τν ζων, δ συνπτει αυτν τος μοοις· τ δ τ κατ ξαν εναι τατν, τ δ τ κατ δκην, τ δ τ κ προνοας, τ δ τ γαθ. ε μν γρ κα ξυβριζοσαις ατας ν <πνω> μνειν …, οδαμς ν εχεν ατας αρεσις τ ε· μνως δ οσα κακν, ν ν θεος πντ κα δικος. ε δ εθς τν λομνην φστησι τν κρειττνων, χει τ γαθν ντεθεν συμμιγς τ κακ· πσα γρ ψυχ το νω ργετα πως κατ φσιν. πεσοσαις ον ατας τ ασχρν φανεται τς ν ατας ζως· ππτειν δ νγκη πσαν, τ νεργεν μ κατ τν νον, κα τας μν μλλον, τας δ ττον πτσις, πε κα αρεσις λλως λλαις.
λλ πς τ ν σμασι κακν μα κα γαθν στιν, ς πρχον τ μν λ κατ φσιν, τ δ μρει παρ φσιν, μλλον δ <κα τοτ> καθ σον μν ες τ πν τελε κατ φσιν, καθ σον δ μεμρισται κεθεν   παρ φσιν; πε δ κα τ ν σμασι κακν διττν, τ μν ς <ασχος>, τ δ ς σος> [Pl. soph. 228.e]—καλ δ ασχη πντα σα παρ φσιν ντα μ στ νσοι· κα γρ τ τρατα φσεως στν ασχη· <κα τοτων τ μν ασχρν> κατ φσιν τν λην …, παρ φσιν δ τν μερικν· ν μν γρ τ μερικ φσει ες στι λγος κα τ παρ τοτον ατ παρ φσιν· ν δ τ λ πντες ο λγοι κα πντα τ εδη φυσικς· κα ποτ μν ξ νς εδους ν τ γινμενον, κυριτερον επεν· <νθρωπος> γρ <νθρωπον γενν>· ποτ δ ξ νς πολλ· κα γρ το σχματος λγος ες, λλ τ κατ ατν πολλ· ποτ δ κ πολλν ν, ς α περ τν λην τν εδν μξεις, α κα τρατα δοκοσιν εναι πρς τν τομον φσιν ν φιλοσαν κρατεσθαι εδει κα καθ ν φιστα μνην· ποτ δ κ πολλν πολλ—κα γρ στης κα νιστης ν πολλος. πντα γον τ εδη τ τε μικτα κα σα μεμειγμνα κατ φσιν τ κα κ τν ν φσει λγων, ντων πντων κε. δ νσος λλ τρπ κατ φσιν, τι τοτων καστον γγονε … κα ν τ μερικ φσει κα ν τ λ· φθαρτικ δ κατ φσιν μν τν λην, παρ φσιν δ τν μερικν· τ γρ ες μεταβλλει τ φθειρμενον εδος χει κα λγον κ τς λης φσεως, ναντον τ τοτου φσει κα ο παρ κενης χοντα τ εδος …. μν ον κεθεν μεταβολ, κατ φσιν …, τ μν φθερει, τος δ παρχεται γνεσιν· δ ες λγος ν τ μεταβλλοντι, παρ φσιν· ς μν γρ λ, παρ φσιν— <λον γρ καστον κατ τν ν ατ λγον> —, ς δ το λου μρει, κατ φσιν· τοτ γρ κα γγονεν ξ λλου φθαρντος κα φθερεται πλιν ες λλου γνεσιν.
Οκ ρα τ ν σμασι κακν μιγς πρχει κακν, λλ δ μν κακν κα καθ σον οκ κεθεν, δ δ γαθν κα καθ σον κ προνοας φυσικς. λως δ, ος κα γνεσις δι τ γαθν, πς ν τις φαη τατα πντ γαθο παρρσθαι κα τς το γαθο φσεως μοιρα μνειν; οδ γρ εναι τ κακν στ δυνατν μ τοναντον φανταζμενον ς γαθν, τι το γαθο νεκα πντα, κα ατ τ κακν. λλ πντα τε νεκα το γαθο, κα τ θεον νατιον τν κακν· οδαμο γρ τ κακν κακν κεθεν, λλ ξ λλων ατων κα ος τ γεννν ο κατ δναμιν, λλ δι σθνειαν πρχειν ερηται. δι μοι δοκε κα Πλτων <περ τν πντων βασιλα τ πντα> θμενος <κα κενου νεκα πντα> [ ep. II 312e 1-2 ], κα σα μ γαθ, φανταζμενα γρ ς γαθ κα τατα τν ντων στν. <μοως> <καλν πντων ατιον κενο> [ Pl. ib. 312e 2-3 ] προσειπεν κα οχ παξ πντων· οδ γρ τν κακν· λλ κα τοτων νατιον κα παντς το ντος ατιον· κα γρ κα τοτων ς ντων κα γαθν στιν καστον. ε δ τατα ρθς φαμν, κα πντα ν κ προνοας εη, κα τ κακν χει χραν ν τος οσιν. στε κα ποιοσιν ο θεο τ κακν, λλ ς γαθν, κα γινσκουσιν ς πντων νιααν χοντες τν γνσιν, μερστως μν τν μεριστν, γαθοειδς δ τν κακν, νιαως δ το πλθους. λλη γρ τς ψυχς γνσις κα λλη τς νοερς <φσεωσ>, λλη <ατν> τν θεν· ———ατ τ ν τ πντα κα γινσκουσα κα παργουσα.
Κεφάλας Ευστάθιος [Αμφικτύων] – (15/6/2013).


[1] Οπότε έχουμε :
1.     ο Θεός ενεργεί πρωταρχικά και ενιαία.
2.   Ο νούς ενεργεί αιώνια.
3.   η ψυχή ενεργεί με αυτοκίνηση.
4.   Φύση ως αιτία των σωμάτων ενεργεί μέσω της ανάγκης.
[2] «ο Πλάτων αναφέρει ότι οι τελειότερες ψυχές επιβλέπουν και διοικούν από κοινού με τους Θεούς τα εδώ, ενώ οι ατελέστερες λειτουργούν ως όργανα και με την ιδιότητα τις χρησιμοποιεί οι θεός στον εδώ Κόσμο. Και δεν χρησιμοποιεί μόνο τις ατελέστερες, αλλά μερικές φορές χρησιμοποιεί και τις κακές ψυχές, όπως, για παράδειγμα, τους δολοφόνους προκειμένου να επιβάλουν την αντάξια τιμωρία σε αυτούς που πρέπει
— Ολυμπιόδωρος «Εις τον Πλάτωνος πρώτον Αλκιβιάδην, 60.5 – 60.9». —-
In Platonis Alcibiadem commentarii 60.5 ` to     In Platonis Alcibiadem commentarii 60.9 φησν Πλτων τι α μν τελειτεραι ψυχα συνεπιτροπεουσι τ τδε τ θε κα συνδιοικοσιν, α δ τελστεραι ς ργανν εσι κα οτως χρται ατας θες πρς τ νταθα· ο μνον δ τας τελεστραις, λλ στιν τε κα τας κακας, οον φονεσιν πρς τ δκην ξαν δοναι τος φελοντας.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.